Δηλητηριασμενο Μυαλο

by Glowleaf on December 25, 2008

Ειμαι μονος.

Οχι ακριβως μονος, γιατι εχω τα μικρα δαιμονακια που καλεσα εδω και μερες. Αλλα δεν υπαρχει αλλος ανθρωπος τριγυρω. Ειναι ολοι νεκροι, και οι καθηγητες, και οι μαθητες. Συντροφια μου εχω μονο οσα βιβλια επιβιωσαν απο την επιθεση στην βιβλιοθηκη. Οι μπασταρδοι, ηξεραν τι εκαναν…

 

Το ποδι μου ποναει αφορητα. Φταιει εκεινος ο καλικατζαρος που ξεγλυστρησε απο τις αμυνες, και μου καρφωσε ενα δηλητηριασμενο μαχαιρι στο μπουτι. Δεν το ειδα το μαλακισμενο, ημουν απασχολημενος κρατωντας το πεπλο ψευδαισθησεων. Το σιδερενιο γκολεμ το μετετρεψε σε μια κολλωδη χαλκομανια στο επομενο δευτερολεπτο, αλλα ειχε προλαβει να με κεντρισει. Παλι καλα που καταφερα να σωσω το πεπλο. Παλι καλα που για αλλη μια μερα δεν καταλαβαν οτι εχω μεινει μονος.

 

Το δηλητηριο μου καιει τα σωθικα. Κατι δεν εκανα σωστα στο φιλτρο. Και ποτε ειχα κανει κατι σωστα δηλαδη, αφου παντα με εκοβε ο γερος στο μαθημα. Προσπερναω τα χαλασματα στον διαδρομο, και μπαινω μεσα στο εργαστηριο. Παταω επιτηδες πανω στα σπασμενα δοχεια, σαν ενα αυτοσχεδιο παιχνιδι, «σπασε οσα περισσοτερα γυαλακια μπορεις». Αλλα δεν υπαρχει κανενας απο τους συμμαθητες μου να παιξει μαζι μου. Κοιταζω γυρω την τεραστια αιθουσα, ειναι θεοσκοτεινη. Αμα ηταν μερα, το τεραστιο πανεμορφο βιτρω θα φωτιζε τα παντα εδω μεσα.

Κλεινω τα ματια, μπορω σχεδον να ακουσω την βαβουρα που εκανε η ταξη μου στο μαθημα. Τα δοχεια να χτυπανε, τσιριδες απο τις κοπελες οταν τα καταφερναν σε καποιο πειραμα, η ακομα και οταν τα σκατωναν. Ειδικα οταν τα σκατωναν. Η βαρια και πατρικη φωνη του γερου που παντα μας καθοδηγουσε, οτι και αν καναμε λαθος, οσες φορες και αν χρειαζοταν. Αλλα πιο πολυ απο ολα θυμαμαι την χαρα στο προσωπο του οταν τελικα τα καταφερναμε.

 

Καθομαι στο θρανιο μου, ηταν απο τα λιγα που δεν ειχαν καταστραφει. Ο τεραστιος ογκολιθος που ειχε πεσει μεσα στο εργαστηριο τα εχει διαλυσει σχεδον ολα. Ποιος ξερει τι σοι πλασμα ειχε καταφερει να εκτοξευσει τοσους τονους πετρας. Ειχε σπασει το πανεμορφο βιτρω της οροφης. Ειναι αστειο, ποτε πριν δεν ειχα εκτιμησει την αξια του, μεχρι την ημερα που εσπασε. Ειχα αναγκαστει να βρω τροπο να κλεισω την τρυπα, και παλι καλα που βρηκα εκεινο το παλιο ξορκι απο καποιον τελειοφοιτο. Στην αρχη νομισα οτι θα εκανε το γυαλι να ξαναφτιαχτει, δεν το ειχα διαβασει καλα, αλλα τελικα τα αναρριχητικα φυτα απο τους γυρω τοιχους τραβηχτηκαν και εκλεισαν την τρυπα ερμητικα. Δε βαριεσαι, και αυτο καλο ειναι.

 

Ξετυλιγω τον επιδεσμο απο το ποδι μου. Εχει πρηστει και βγαζει αηδιαστικο πυο. Πεταω τον παλιο επιδεσμο στο πατωμα, και σκιζω εναν καινουργιο απο την ρομπα μου. Αμα με εβλεπε ο γερος να το κανω αυτο στην στολη της σχολης θα μου εβαζε τις φωνες. Η σκονη που εριξα δεν φαινεται να γιατρευει την πληγη. Ποτε δεν τα πηγαινα καλα στην βοτανολογια. Γαμωτο! Επρεπε να δινω λιγο περισσοτερη προσοχη στο μαθημα αντι να σκαρφιζομαι φαρσες ολη μερα…

 

Παλευω να ξεκολλησω το τετραδιο της Αννας απο το νεκρο της χερι. Αντιστεκεται το ιδιο σθεναρα οπως οταν της επαιρνα το κολατσιο. Δεν το χρειαζεσαι πια ηλιθια, αστο!

Καλα εκανα και πηρα το δικο της, κοιτα τι οργανωμενα γραφει ολα τα μαγικα φιλτρα. Με σχηματακια και τελεια, ολοστρογγυλα γραμματα. Λοιπον, για να δουμε. Αντιδοτο. Μια δοση μπαρμπαροριζα, αλκοολ, πριονιδι και αγγελοσκονη. Μαλιστα.

«Μπεργκοθ!», φωναζω στους τοιχους.

Ενα μικρο διαβολακι, πιο μικρο και απο γατα, ερχεται κοντα μου τρεχοντας και παραπατωντας.

«Ναι, αφεντη, μαλιστα αφεντη, τι μπορει να κανει ο Μπεργκοθ για εσενα αφεντη;»

Του πεταω το τετραδιο επιτηδες, γιατι ξερω οτι θα προσπαθησει να το πιασει και θα τον πλακωσει.

«Φερε μου τα υλικα που λεει στην σελιδα»

«Μαλιστα αφεντη, ναι αφεντη, ο Μπεργκοθ θα τα φερει αμεσως!»

Το μικρο διαβολακι επιστρεφει κρατωντας τα δοχεια με τα υλικα που του ζητησα, και καταπιανομαι να φτιαξω το μαγικο αντιδοτο. Ακομα και με τις πεντακαθαρες σημειωσεις της Αννας, και παλι μου ειναι δυσκολο. Παντα ημουν σκραπας στα φιλτρα.

Το παλευω για αρκετη ωρα, κανοντας κατι που κανονικα θα επρεπε να παιζω στα δακτυλα, αλλα που ποτε δεν αξιωθηκα να μαθω σωστα.

Τελικα, εχω κατι μπροστα μου που ειναι υποτιθεται το αντιδοτο. Σκεφτομαι για μια στιγμη να μην το ριψοκινδυνευσω να το πιω, αλλα ενας οξυς πονος στο στομαχι με επαναφερει στην πραγματικοτητα. Αμα δεν κανω τιποτα, το δηλητηριο θα με σκοτωσει. Αμα το πιω, το πιο πιθανο ειναι να το εχω φτιαξει λαθος, οποτε παλι θα πεθανω. Στην απιθανη περιπτωση που οντως το εχω πετυχει, θα ζησω για να κρατησω τις αμυνες της Ακαδημιας, για αλλη μια νυχτα.

 

Αλλη μια νυχτα, η δεκατη εβδομη στην σειρα. Δεκαεφτα αναθεματισμενες νυχτες, απο τοτε που ολοι πεθαναν. Η επιθεση εκεινο το βραδυ ηταν πιο βιαιη απο οτι συνηθως, δυο δαιμονες καταφεραν και περασαν απο τις μαγικες αμυνες. Δεν ηταν απλοι δαιμονες, αλλα δεν ξερω πως τους λενε. Ειχαν ενα μεγαλο κερατο στο κουτελο, βουτηγμενο στο αιμα απο τη σαρκα των μαγων που ξεκοιλιασαν. Το σωμα τους εμοιαζε με ανθρωπου, αλλα στην πλατη ειχαν μεγαλα αγκαθια, και το δερμα τους εσταζε μια αηδιαστικη γλιτσα. Καταφεραν να εισβαλουν απο το τριτο επιπεδο της Ακαδημιας, σκοτωνοντας οποιον εβρισκαν στον δρομο τους. Μια ομαδα τελειοφοιτων καταφερε να ακινητοποιησει τον ενα δαιμονα σε ενα τειχος απο παγο, μεχρι να τελειωσουν τον κυκλο γυρω του και να τον αφορισουν απο την πραγματικοτητα μας. Ο δευτερος, πηγε κατευθειαν στο αναρρωτηριο, εκει που ηταν μαζεμενοι ολοι οι πληγωμενοι μαθητες και καθηγητες. Δεν ειχαν καμια απολυτως ελπιδα. Τα ουρλιαχτα σταματησαν μεσα σε δευτερολεπτα. Ο γερος προλαβε τον δαιμονα πριν φτασει στον επομενο οροφο, και τον κολλησε στον τοιχο με ενα μεγαλο αιθερικο χερι. Ο δαιμονας γελουσε δυνατα καθως ο γερος εμπηγε λυσσασμενα το μαγεμενο σπαθι του ξανα και ξανα στην αλλοκοσμη σαρκα του.

 

Νομισαμε οτι την ειχαμε γλυτωσει, αλλα ηταν νωρις για πανηγυρισμους. Τα συμπτωματα απο την μαγικη αρρωστια δεν αργησαν να φανουν. Μεσα σε δυο ωρες, ολοι ειχαν τα σημαδια του δαιμονα. Πληγες ανοιξαν σε διαφορα σημεια του σωματος τους, και μετα απο λιγο αρχισαν να βγαινουν μαυρα αγκαθια απο μεσα. Αν ειχαμε χρονο, θα καταφερναμε να πολεμησουμε την αρρωστια. Λιγες ωρες να μας αφηνανε, τα λαμπροτερα μυαλα του πλανητη θα εβρισκαν την μαγικη θεραπεια. Οι αλλοι δηλαδη, οχι εγω. Εγω ημουν κρυμμενος κατω απο το κρεβατι στους κοιτωνες. Ο δειλος. Ο κακος μαθητης. Ο ασχετος μαγος. Η αποτυχια. Ο βλακας της Ακαδημιας. Το αχρηστο πλουσιοπαιδο.

 

Δεν ξερω τι εγινε ακριβως στο δευτερο κυμα επιθεσης, αλλα η μαγικη αρρωστια ειχε αποδεκατισει της αμυνες της Ακαδημιας. Μαλλον καταφεραμε να κρατησουμε, αλλα οι περισσοτεροι να πληγωθηκαν και η μαγικη αρρωστια να τους αποτελειωσε; Δεν ειμαι σιγουρος. Το μονο που ξερω ειναι οτι ξυπνησα το επομενο πρωι και δεν κουνιοταν κανενας.

 

Ισως να εχω ανοσια στην μαγικη αρρωστια. Σιγουρα ομως δεν εχω στο δηλητηριο. Παιρνω μια βαθια ανασα, και καταπινω μονομιας το αντιδοτο. Το ξαφνικο χτυπημα απο το το αλκοολ το κανει σχεδον να αξιζει. Οτι εγινε εγινε. Ωρα να ελεγξω τις αμυνες. Εχω 2 ωρες ακομα, παντα γυρω στα μεσανυχτα χτυπανε. Ενας θεος ξερει γιατι.

 

Το ποδι δεν με ποναει και τοσο, οποτε μπορω και περπαταω ανετα. Επιθεωρω τις πυλες, ελεγχω τις εντολες των γκολεμ, ξαναγεμιζω τα προστατευτικα συμβολα που αναβουν σαν πυροτεχνημα μολις λεω τις μαγικες λεξεις. Οι ρουνοι που τους τροφοδοτουν, ειναι σκαλισμενοι σε καθε πετρα και σε καθε ξυλο της Ακαδημιας. Κοιτα να δεις, ποτε μεχρι τωρα δεν εβγαζα ακρη απο αυτα, οσο και αν προσπαθουσαν να μου τα μαθουνε. Μεχρι τωρα ολα ηταν ιερογλυφικα για μενα. Διαβασα πριν μερικες μερες τα εγχειριδια του επιστατη που βρηκα πανω στο δωματιο του, και επιτελους καταλαβα τι κανει το καθενα. Τωρα, να, εδω λεει, «αντλησε απο την ενεργεια της γης και ενισχυσε τον τοιχο». Απλο ειναι. Γιατι τοσα χρονια ολα αυτα μου φαινονταν ακαταλαβιστικα;

 

Ανεβαινω στην ταρατσα, εκει που κραταω το πεπλο ζωντανο. Εχει γινει το αγαπημενο μου μερος τις τελευταιες 17 νυχτες. Ειναι το μονο μερος που βλεπω αλλους ανθρωπους. Ψευδαισθησεις βεβαια, θολες φιγουρες που σουλατσαρουν μπρος και πισω στα οχυρωματα. Το εφτιαξα μονο και μονο για να νομιζουν οι πολιορκητες οτι υπαρχουν ακομα ζωντανοι στην Ακαδημια. Ηταν μια τρελη ιδεα της τελευταιας στιγμης, δεν περιμενα οτι θα δουλεψει, ποσο μαλλον οτι θα τους κρατησει τοσες νυχτες.

Μια φιγουρα περπαταει προς το μερος μου κρατωντας μια δαδα που φωτιζει αμυδρα την ταρατσα. Τεντωνω το χερι ασυναισθητα, απο την αναγκη της ανθρωπινης επαφης. Το χερι του περναει μεσα απο το δικο μου, και συνεχιζει την περιπολια του πανω στα τοιχωματα. Ετσι τον εχω προγραμματισει αλλωστε. Δεν θυμαμαι να ηταν τοσο θολος την περασμενη εβδομαδα. Ελεγχω την ενταση του πεπλου, ειναι ενταξει.

Λες να ξεχναω σιγα σιγα το πως πρεπει να φαινεται ενας ανθρωπος;

 

Δεν ειναι ωρα για τετοιες σκεψεις. Δεν εχω χρονο για σαχλαμαρες. Πρεπει να κρατησω την Ακαδημια. Ειναι καθηκον μου. Δεν εχει μεινει κανενας αλλος να το κανει, οσο και να θελω, δεν μπορω να τεμπελιασω.

 

Αλλα γιατι να το κανεις; Γιατι να παλευεις; Αυτοι δεν ειναι που σε ελεγαν χαζο, που σε κοροιδευαν τοσα χρονια;

 

Οχι, δεν γινεται. Ναι, με κοροιδευαν. Ναι με πληγωσαν…αλλα…

 

Παραδοσου! Ασε τις ορδες να μπουν. Να καψουν την Ακαδημια ως τα θεμελια! Αφου την μιιιιιισεις…

 

Δεν ξερω. Ναι, ισως παλια να την μισουσα μερικες φορες. Μισουσα και τους πλουσιους γονεις μου που με εστειλαν εδω. Μισουσα τους καθηγητες που με εβγαζαν βλακα καθε φορα, μισουσα και τους συμμαθητες που γελαγαν οποτε εκανα μια γκαφα.

 

Αστην να καει λοιπον! Τι παιδευεσαι; Δεν χρειαζεται να κανεις κατι, απλα μην κανεις τιποτα.

 

Δεν… δεν ξερω…

 

Αστην! Τοσα χρονια δεν σου εμαθαν τιποτα, μονο σε κοροιδευαν. Δεν εχεις να αποδειξεις σε καποιον το οτιδηποτε. Ολοι ειναι νεκροι.

 

Ναι. Οντως. Δεν εχω να αποδειξω τιποτα.

 

Ωραια! Κατσε σε μια γωνια, βρες φαγητο και φατο. Μεθυσε και με το κρασι που βρηκες στο γραφειο του αρχιμαγιστρου, και μην σκας για τιποτα!

 

Καλη ιδεα. Να μην κανω τιποτα. Να μην παλευω. Να μην βασανιζομαι αλλο.

 

Βρες και μια απο τις κοπελες που να ειναι ακομα αρτιμελης, και γλεντησε το για τα καλα.

 

Α…αυτο δεν το ειχα σκεφτει…

 

Ναι! Κρασι, φαι και κοπελες! Τι αλλο θες; Αστην Ακαδημια να καει.

 

Την μισω.

 

Ναι! Να, εκει ειναι η ομορφη Αννα. Παντα σου αρεσε, και παντα εκεινη σε αγνοουσε. Τωρα δεν μπορει να πει οχι. Τοσα χρονια περιμενες, τωρα ειναι πια δικια σου. Το μονο που χρειαζεται ειναι να την παρεις.

 

Στεκομαι πανω απο το πτωμα της Αννας. Τα ξανθα μαλλακια της ειναι λεκιασμενα απο κοκκινες σταγονες και χωμα. Ειναι γαληνια, σαν να κοιμαται ησυχα. Το προσωπο της εχει πρηστει απο την αποσυνθεση, και μαλλον βρωμαει απιστευτα, αλλα το εχω συνηθισει μεχρι τωρα.

 

Νομιζα οτι θα χρειαστω λιπος, αλλα τελικα ειναι υγρη.

 

* * *

 

 

 

 

 

Μετραω τα ραβδια που εμειναν στην εσωτερικη θηκη της ρομπας μου. Τεσσερα. Οχι, αυτο ειναι καμμενο. Αδειασε χθες. Τρια. Το πεταω στο πατωμα. Τρια μαγικα ραβδια. Απο τα δεν-ξερω-ποσες-χιλιαδες που υπηρχαν στην Ακαδημια. Ολα τα αλλα ειτε καταστραφηκαν, ειτε αδειασαν σε καποιο απο τα κυματα της πολιορκιας. Μακαρι να ηξερα πως να φτιαξω καινουργια…

Βγαζω τον Ασσο απο το μανικι μου. Τον κοιταω για λιγο, και τον ζυγιαζω να νιωσω το βαρος του. Ειναι μια απλη μικρη πετρα. Πως μπορει κατι τοσο απλο να ειναι τοσο σημαντικο; Τον ξαναβαζω στην θεση του, αφου σιγουρευτω οτι καθεται καλα. Τοσες μερες τον φυλαω σαν τα ματια μου. Τοσο προσεκτικα τον φυλαγε και ο Αρχιμαγιστρος αλλωστε, πεντε μερες μου πηρε να ανοιξω την θηκη χωρις να με τιναξει στον αερα.

 

Περναω την τελευταια ωρα επιδιορθωνοντας ενα απο τα μεταλλικα γκολεμ. Του ειχε σπασει ενα χερι και ενα ποδι, και του φτιαχνω το ποδι. Τουλαχιστον κατι μπορει να κανει αμα μπορει να περπατησει, ακομα και με μοναχα το ενα χερι. Ζυγιζει κοντα εναν τονο αλλωστε. Δεν ειναι τυχαιο που τα εχουμε για φυλακες.

 

Δινω διαταγη στα δαιμονακια μου να μου αναφερουν την κατασταση της αμυντικης γραμμης. Παιρνω θεση στο νοτιοανατολικο τμημα, εκει που κατεστρεψε το τειχος η πανισχυρη πυρινη μπαλα, που εκαιγε με πρασινωπη φωτια. Εκεινος ο αναθεματισμενος μαγος παραλιγο να γκρεμισει ολη την Ακαδημια. Ισα που τον πληγωσα, αμα ερθει ξανα την πατησα. Γιατι δεν εμαθα ποτε ο βλακας να σηκωνω χωματινο τειχος; Τι χρησιμο που θα ηταν τωρα….

 

Η δεκατη εβδομη νυχτα. Ακομα μια νυχτα που αμυνομαι ολομοναχος. Ακομα μια νυχτα που οι ορδες του σκοτους θα ξαναχτυπησουν. Η σιωπη ειναι φονικη. Για αλλη μια νυχτα, περιμενω, ετοιμος, με το ραβδι στο χερι, και το εδαφος γυρω μου να λαμποκοπαει απο τους μαγικους ρουνους. Ειναι σαν μικρες θρακες με καρβουνα που σιγοκαινε, αλλα σε διαφορα πανεμορφα χρωματα, μωβ, πρασινα, μπλε.

 

Ακουω την ορδη να πλησιαζει. Ατακτα ποδοβολητα, το ακριβως αντιθετο απο αυτο που θα περιμενες να ακουσεις απο εναν τακτικο στρατο. Στριγγλιες, ουρλιαχτα, πολεμικες ιαχες σε γλωσσες αρχαιες και αγνωστες. Πλησιαζουν.

 

Σηκωνω το ραβδι, και ενεργοποιω περισσοτερο απο οσο χρειαζεται για μια βολη. Ειναι ενα κολπο που εμαθα πριν μερικες βραδυες, αν το πρωτο χτυπημα ειναι αρκετα δυνατο, οι κατωτεροι δαιμονες τρεπονται σε φυγη απο την αρχη. Δεν στα μαθαινουν αυτα τα βιβλια.

 

Βλεπω αμυδρες λαμψεις στο βαθος, οποτε προετοιμαζω το πρωτο χτυπημα. Οι ρουνοι πανω στο ραβδι λαμπουν, η συγκεντρωση μου απολυτη, το χτυπημα πρεπει να ειναι αψογο. Στιγμες πριν το εξαπολυσω, μου ερχεται μια ιδεα. Ειχα δει μια φορα εναν τελειοφοιτο να το κανει, ειχε μεγαλωσει την ακτινα στο τριπλασιο, και η γητεια ειχε κανει εναν πολυ δυνατο θορυβο. Ας το δοκιμασω, δε γαμιεται. Δεν θα ζησω για να το μετανιωσω.

 

Μια μικρη πυρινη σφαιρα, οχι μεγαλυτερη απο εναν βωλο σχηματιζεται στην ακρη του ραβδιου. Πεταγεται με δυναμη προς το κενο του τειχους, και το αμυδρο της φως κανει τα αηδιαστικα προσωπα των δαιμονων να φανουν στιγμιαια μεσα απο το σκοταδι. Χτυπαω τα δακτυλα μου, και ο πυρινος βωλος σκαει σε μια τεραστια εκρηξη και εναν εκκωφαντικο θορυβο που παρασερνει μαζι του την ορδη, καιγοντας ακαριαια τις πρωτες γραμμες, και κανοντας τις επομενες να τραπουν σε φυγη καψαλισμενες.

 

Τα χειλια μου σχηματιζουν ενα χαμογελο, αλλα ξερω οτι δεν τελειωσαμε ακομα. Τα αυτια μου βουιζουν απο την εκρηξη και τα ματια τσουζουν απο την σκονη, αλλα πιανω το δευτερο ραβδι και προετοιμαζομαι για το ιππικο. Οι ρουνοι πανω στο ραβδι λαμπουν δυνατα με ενα γαλαζωπο χρωμα, που ειναι αρκετο για να φωτισει τα σκελετωμενα αλογα και τους μαυροφορεμενους καβαλαρηδες τους. Η προελαση τους ειναι γρηγορη και ατακτη, δεν εχω περιθωρια για λαθη. Η τεθλασμενη γραμμη επιθεσης τους κανει καθε γητεια αναποτελεσματικη, τουλαχιστον οταν εισαι μονος εναντιον 50.

 

Πανω-κατω δηλαδη, δεν προλαβα να τους μετρησω κιολας.

 

Μικρες αψιδες ηλεκτρισμου σχηματιζονται πανω στο ραβδι μου, και με το που ξεστομιζω την μαγικη λεξη ενας κεραυνος πεταγεται προς τον αναβατη που σκορπαει τον θανατο. Και εδω ειναι που τα πραγματα γινονται περιεργα.

 

Δεν ειμαι πια μεσα στο σωμα μου. Ειμαι στον αερα, και τα παντα συμβαινουν απελπιστικα αργα. Ειμαι πανω, η μεσα καλυτερα στον κεραυνο, σε κανενα συγκεκριμενο σημειο του. Πλησιαζω αργα προς τον μαυροφορεμενο αναβατη, που σηκωνει το χερι προσπαθωντας ματαια να καλυφθει. Τον αγγιζω, τον χαιδευω, και νιωθω την σαρκα του να ψηνεται και τα μαυρα ρουχα του να διαλυονται. Το σωμα του συσπαται βιαια χωρις να εχει εκεινος κανενα ελεγχο, και νιωθω λες και τα αυλα χερια μου να τον πιανουν απο τους ωμους και να τον ταρακουνανε δυνατα, ζητωντας εξηγησεις για τον θανατο οσων ξερω. Η ερωτηση μου ειναι απλη. «Γιατι;», τιποτα αλλο. Δεν εχει απαντησεις ο μαυροφορεμενος αναβατης. Ειναι νεκρος. Τον αφηνω, και παω στον επομενο. Και αυτος τα ιδια, δεν μου λεει τιποτα. Οποτε αφηνω και αυτον, και παω στον μεθεπομενο. Τιποτα. Ωρες μετα, αφου πεταγομαι απο τον ενα αναβατη στον αλλο, συνειδητοποιω οτι δεν εχει μεινει αλλος να ρωτησω, και ακουω μια φωνη να με φωναζει. Ειναι ο Ουρανος. Με καλει πισω. Ναι πατερα, ερχομαι.

 

Συνερχομαι απο τις στριγγλιες του Μπεργκοθ. Το μικροσκοπικο δαιμονακι χτυπιεται σαν υστερικο και μου τραβαει το μανικι. Σηκωνω το κεφαλι απο το χωμα, και αφηνω το καρβουνιασμενο ραβδι απο το χερι. Ειμαι περικυκλωμενος απο δαιμονες. Δαιμονες με κερατο στο κουτελο…

 

Γλυστραω το χερι στην εσωτερικη τσεπη της ρομπας, και πιανω το ραβδι της φωτιας. Κανενας λογικος μαγος δεν θα επιχειρουσε ποτε αυτο που σκοπευω να κανω, αλλα εγω δεν ειμαι λογικος. Βασικα, δεν θεωρουμαι καν μαγος, αν υπολογισεις τους βαθμους μου στην Ακαδημια.

Οι δαιμονες δισταζουν, κανενας τους δεν θελει να επιτεθει πρωτος. Με κοιταζουν καχυποπτα, και μιλανε στην ξεχασμενη τους γλωσσα. Κοιταζουν γυρω τα απομειναρια της ομαδας τους, κατακρεουργημενη απο τους ρουνους-ναρκες. Τωρα ειναι η ευκαιρια μου. Χωρις να χασω στιγμη, ενεργοποιω οτι εχει απομεινει στο ραβδι και στοχευω τον πυρινο βωλο στο εδαφος μπροστα μου. Χτυπαω τα δακτυλα, και την ιδια στιγμη φανταζομαι τις πυρινες γλωσσες να ανοιγουν πριν φτασουν μπροστα μου και να με τυλιγουν, χωρις ομως να με αγγιζουν. Η πυρινη μπαλα μας καταπινει ολους και μερικες στιγμες μετα, τα παντα ειναι πασαλειμμενα με τσουρουφλισμενη σαρκα. Τιναζω την αηδια απο πανω μου, και καθως σκυβω παρατηρω οτι το δαιμονακι πιαστηκε και αυτο στην πυρινη λαιλαπα. Συγγνωμη δαιμονακι, σε ξεχασα. Καρφωνω διπλα του στο χωμα το καρβουνιασμενο ραβδι, δεν διαφερουν και πολυ σε αυτη τη φαση. Ειναι σαν ενας αγρυπνος φρουρος με το δορυ του.

 

Στο βαθος βλεπω το πρωτο κυμα της επιθεσης, τους κατωτερους δαιμονες, ανασυγκροτημενους και ετοιμους για εφοδο. Ενεργοποιω παλι τους ρουνους, ειναι αρκετοι για να τους κρατησουν. Πρεπει να δω πως τα παει η κεντρικη πυλη.

 

Παραπαταω αναμεσα στα ερειπια και τα πτωματα, το μυαλο μου γυριζει και το σωμα αρχιζει να ποναει παλι απο τις τοξινες. Κατι δεν παει καλα, ακουω φωνες στους διαδρομους. Χαρουμενες φωνες. Βλεπω τους συμμαθητες μου να τρεχουν απο αιθουσα σε αιθουσα, αλλα την επομενη στιγμη εχουν χαθει. Κοιταζω απο μακρυα την κεντρικη πυλη, τα σιδερενια γκολεμ κρατανε σταθερα. Εχουν μετατρεψει την πυλη σε μια τεραστια κρεατομηχανη. Κομματια σαρκας, δαιμονικης και ανθρωπινης μαζι εχουν γινει πολτος κατω απο το τεραστιο βαρος των γκολεμ που πηγαινοερχονται και χτυπανε οτι κινειται. Εγω τα διεταξα αλλωστε.

 

Αλλος ενας οξυς πονος στο στομαχι, και η καρδια επιταχυνει. Πρεπει να παω να φτιαξω και αλλο αντιδοτο. Σερνομαι προς το εργαστηριο, τα ποδια μου με δυσκολια με κρατανε.

Νιωθω τα σωθικα μου να καινε, και φανταζομαι το δηλητηριο σαν μικρα φιδακια μεσα στο σωμα μου να πηγαινουν σε καθε γωνια και σε καθε οργανο, και να τσιμπανε, να δαγκωνουν, να μπηγουν τα σουβλερα τους δοντια μεσα στην σαρκα μου και να χυνουν το δηλητηριο τους.

Οι σπασμοι εχουν κυριεψει ολο μου το σωμα. Προσπαθω να κρατησω σταθερα τα δοχεια και να βαλω την ποσοτητα που χρειαζεται απο καθε ουσια, αλλα τα χερια μου δεν υπακουν. Χυνω τα συστατικα στο πατωμα, δεν μπορω να το φτιαξω το αντιδοτο. Τι βλακας, επρεπε να φτιαξω μια δευτερη δοση. Βεβαια, εδω δεν ηξερα αν θα επιβιωνα απο την πρωτη…

Μετα απο ολα αυτα, θα με ξεκανει μια γρατζουνια απο εναν ηλιθιο καλικατζαρο. Τι ειρωνεια. Βολευομαι στο πατωμα διπλα απο την Αννα, και ζωγραφιζω ατεχνα μερικους προστατευτικους ρουνους και εναν κυκλο γυρω μου.

Κατι βαρυ προσγειωνεται στην οροφη της Ακαδημιας, και για μια στιγμη βρισκω τον εαυτο μου να χαιρεται που δεν θα ειναι τελικα το δηλητηριο αυτο που θα με ξεκανει. Αυτο το βαρυ χτυπαει ξανα και ξανα το βιτρω και τα φυτα που το καλυπτουν, και καταφερνει τελικα να περασει ενα γαμψο νυχι.

 

Δρακος. Αυτο μαλιστα. Αυτος ειναι τροπος να πεθανεις, οχι απο δηλητηριο.

 

Ο μαυρος δρακος δινει αλλα δυο χτυπηματα και η τεραστια κατασκευη σπαει σε ενα μερος, ριχνωντας γυαλια και πετρες παντου. Τα μυτερα κομματια αστραφτουν σε αποτομες σπιθες μολις χτυπανε την ασπιδα μου. Ο δρακος σκιζει λιγο παραπανω το ανοιγμα, και περναει μεσα. Προσγειωνεται με ενα σαλτο μπροστα μου, ρουθουνιζει με μια καυτη ανασα προς το μερος μου, και κατεβαζει τον λαιμο για να κατεβει ο αναβατης του.

Ο αναβατης φοραει μια ολοσωμη καταμαυρη πανοπλια, γεματη μυτερες ακρες. Κατεβαινει απο τον δρακο, και πλησιαζει προς τα εμενα. Μολις εχει φτασει αρκετα κοντα, σκυβει ελαχιστα να με κοιταξει καλυτερα, και μετα κοιταζει γυρω του λες και του κρυβεται κανενας. Κανει μια κινηση ακουμπωντας τον καρπο του, να σιγουρευτει οτι οι προστατευτικοι ρουνοι της πανοπλιας του ειναι ενεργοι, και πλησιαζει περισσοτερο.

Σηκωνω το κεφαλι, και μολις βλεπει το προσωπο μου, φτυνει μια λεξη σε αγνωστη γλωσσα, που ομως δεν μπορουσε να ειναι κατι αλλο απο βρισια.

«Εσυ; Εσυ κρατησες τις αμυνες τοσες μερες; Εσυ απεκρουσες τοσες επιθεσεις, και αντεξες στην πολιορκια; Ενα παιδι; Εσυ;»

«Ετσι φαινεται.»

«Αδυνατον!», τσιριζει τιναζοντας το χερι. «Ενας μηνας πολιορκιας, τοσα στρατευματα χαμενα. Αναγκαστηκα σημερα να ερθω ο ιδιος για να καταφερουμε να μπουμε. Και τι βρισκω; Οτι τοσες μερες ολοι ειναι νεκροι εκτος απο εσενα! Οι ανοητοι οι αξιωματικοι μου το εχαψαν το κολπο σου!» φωναζει, και αρχιζει να περπαταει πανω κατω εξω απο την περιφερεια του αμυντικου μου κυκλου.

 Ξερει οτι δεν μπορει να με βλαψει οσο βρισκομαι μεσα στον κυκλο μου. Αλλο τοσο ομως δεν μπορω να τον βλαψω και εγω. Ο τυραννος που εχει καψει τα παντα στο περασμα του δεν θα ερχοταν ποτε στην σπουδαιοτερη σχολη μαγειας απροετοιμαστος.

«Ουτε εγω πιστευα οτι θα δουλεψει», του απανταω, και βγαζω τον Ασσο απο το μανικι. Φυσαω απαλα πανω του, και τον ακουμπαω στο κεντρο του κυκλου.

«Μια πετρα; Τι θα κανεις με μια πετρα;»

«Χμ. Δεν ειναι μια οποιαδηποτε πετρα. Αυτη η πετρα, επεσε απο τον ουρανο.»

«Και λοιπον; Δεν ειναι κατι τοσο σπανιο»

«Και ομως ειναι. Γιατι αυτη η πετρα, εχει εναν μεγαλο αδερφο. Και εγω μολις του σφυριξα να κατεβει.»

Ο αναβατης σταματαει να περπατα πανω κατω, και με κοιταζει λες και με υπολογιζει σε μικρα ισα κομματακια.

«Μπλοφαρεις»

«Απλη συμπαθητικη μαγεια ειναι. Ακομα και εγω μπορω να την κανω με την καταλληλη εστια.»

Ο αναβατης ορθωνει το αναστημα του, και ακουμπαει ελαφρια το χερι στην λαβη του σπαθιου του.

«Νεαρο αγορι, γνωριζεις ποιος ειμαι;»

«Εισαι ο Αρχοντας του Σκοτους» του απανταω, φτυνοντας τις λεξεις με απεχθεια.

«Τοτε γνωριζεις τι δυναμη εχω. Τι μπορω να σου χαρισω.»

«Μου εχεις ηδη χαρισει αρκετα. Κατεστρεψες οτι ηξερα.»

 

«Ξεχνα τα αυτα. Μπορω να σου δωσω εξουσια. Αποκρυφη γνωση. Η Ακαδημια χαθηκε, μπορω να σου φτιαξω καινουργια, δικια σου.»

 

Παντα ονειρευομουν την εξουσια…

 

«Μπορω να σου προσφερω αμυθητα πλουτη, περισσοτερα απο οσα εχεις φανταστει.»

 

Η αληθεια ειναι οτι εχω μεγαλωσει μεσα στην χλιδη…

 

«Ελα στον στρατο μου, γινε αξιωματικος μου, και θα εχεις οτι θελεις, την στιγμη που το θελεις.»

 

Γυρναω το βλεμμα στην ησυχη Αννα.

 

«Τελειωσε αυτο το κεφαλαιο. Ενα καινουργιο ξεκιναει απο αυριο, και μπορεις να εισαι μερος του.»

 

Ειναι ολοι νεκροι. Ω θεε μου, ειναι ολοι νεκροι!

 

«Μπορω να την αναστησω για εσενα.»

 

Α…αυτο δεν το ειχα σκεφτει…

 

«Μπορει να γινει η βασιλισσα σου»

 

Αυτο θα ηταν υπεροχο… Ειναι δυνατον;

 

«Θα εχεις πλουτη και αρωματα για να την ευχαριστεις. Βαλε την πετρα στην ακρη.»

 

Ναι! Αλλα… δεν θα δεχοταν ποτε κοσμηματα βουτηγμενα στο αιμα.

 

«Ασε την πετρα, παρτην στην αγκαλια σου και ελα μαζι μου.»

 

Δεν θα της αρεσε… Θα με μισησει…

 

«Σπασε τον κυκλο. Ελα μαζι μου.»

 

Θα με μισησει…

 

«Τι περιμενεις; Πλουτη, δυναμη. Σε περιμενουν. Βαλε την πετρα στην ακρη.»

 

Θα με μισησει διαολε!

 

«Μια νεα ζωη σε περιμενει, με εκεινη στο πλαι σου. Ευτυχια. Δοξα, θα σε μαθει ολακερος ο πλανητης ως τον καλυτερο μαθητη της Ακαδημιας…»

 

«Ο χειροτερος», μουρμουριζω, και ξεστομιζω την μαγικη λεξη που κανει τους ρουνους γυρω μου να ποτισουν το δωματιο με φως.

«Τι;»

«Ειπα, ειμαι ο χειροτερος μαθητης της Ακαδημ…»

Δεν προλαβαινω να τελειωσω την φραση, και μια λαμψη φωτιζει τον νυχτερινο ουρανο. Ο κομητης μολις ακουμπησε την ατμοσφαιρα αρχισε να διαλυεται βιαια και να αναφλεγεται κανοντας την νυχτα μερα. Ο ηχος απο το γεγονος αργησε μερικα δευτερολεπτα, οπως αργει να ακουστει η βροντη.

Ο Αρχοντας του Σκοτους πανικοβλητος τρεχει πισω στον μαυρο δρακο του, και τον διαταζει βιαστικα να πεταξει. Χαμογελαω, και βγαζω το μικρο χλωρο κλαδακι που ειχα στην τσεπη, και το τυλιγω στο δακτυλο μου. Τα αναρριχητικα φυτα υπακουουν αμεσως, και καλυπτουν την τρυπα, κλεινοντας την σκεπη. Ο μαυρος δρακος χτυπαει πανω τους με δυναμη και προσπαθει ματαια να τα σκισει με τα νυχια, και ο αναβατης φωναζει υστερικα σε μια αγνωστη γλωσσα, ποτε διαταζοντας τον δρακο του, ποτε εμενα.

Δεν ακουω τι λεει. Δεν με ενδιαφερει τι ασυναρτησιες φωναζει ο μεγαλυτερος τυραννος τριων χιλιετιων.

Παιρνω αγκαλια την Αννα. Ναι, αυτος ειναι ωραιος τροπος να πεθανεις. Της δινω ενα φιλι, και σαν απαντηση η Γη τρεμει σαστιζοντας απο τον κομητη. Δεκα δευτερολεπτα ακομα. Η τελευταια νυχτα.

Last 5 posts by Glowleaf

{ 1 comment… read it below or add one }

AnthiPsomiadou Anthi Psomiadou November 11, 2009 at 1:15 pm

“…το πανέμορφο βιτρώ της οροφής. Είναι αστείο, ποτέ πριν δεν είχα εκτιμήσει την αξία του, μέχρι την ημέρα που έσπασε”
Απ’ τα καλύτερα σημεία του κειμένου. Τόσο [μα τόσο]  ταιριαστό με πολλά στην ζωή μας πέρα από ένα απλό βιτρώ…

Reply

Leave a Comment

Next post: Χρονομάντης – Πρελούδιο