Εφιάλτική πραγματικότητα

by thanatos on June 13, 2011

Το φως χάθηκε απ’ τα μάτια του. Βυθίστηκε ξανά στον σκοτεινό του κόσμο. Βρισκόταν πάλι μέσα στον μακρύ σωλήνα όπου το σκοτάδι, η υψηλή θερμοκρασία και η έλλειψη αέρα ήταν οι επικρατούσες συνθήκες. Έπρεπε να συρθεί και να βγει έξω στο φως, αλλά ο σωλήνας είχε άγνωστο μήκος κι’ αυτό τον τρέλαινε. Κόντευε να σκάσει απ’ την πολύ ζέστη εκεί μέσα. Έπρεπε να κάτσει και να σκεφτεί:
«Είναι αλήθεια αυτό που ζω; Είναι όνειρο ή πραγματικότητα; Ναι είναι πραγματικότητα! Πως κατάντησα να βρίσκομαι εδώ μέσα; Γιατί να τύχει αυτό σε μένα; Υπομονή, κάτι πρέπει να κάνω.»
Το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να εισπνέει και να εκπνέει. Τα τοιχώματα του σωλήνα ήταν τόσο χοντρά που κανείς δεν τον άκουγε. Ήταν ολομόναχος στην μέση του πουθενά. Ο αέρας λιγόστευε κάνοντας ακόμη και ένα μέτρο μήκους να μοιάζει σαν ένα χιλιόμετρο. Δεν μπορούσε να ανασάνει όπως ήθελε κι έτσι αρκέστηκε σε πολύ ριχές αναπνοές, για να κάνει οικονομία στο διαθέσιμο οξυγόνο. Τα πνευμόνια του έπρεπε να προσαρμοστούν στις επικρατούσες συνθήκες.
Θεέ μου! Έφτασε η στιγμή που ποτέ δεν θα ευχόταν να ρθει: ο αέρας τέλειωσε, δεν υπήρχε τίποτα. Όλα συνθλίβονταν μέσα του. Θάνατος!!! Η τρομερή αυτή στιγμή λάμβανε χώρα…
Ήταν σ’ ένα λιβάδι στην εξοχή. Η πεδιάδα, γεμάτη από πολύχρωμα άνθη που απλώνονταν μέχρι τoυς πρόποδες των βουνών. Όλα ήταν γαλήνια: Ο καταγάλανος ουρανός που σκέπαζε το τοπίο, ο ήλιος που ζέσταινε την πλάση και αποκάλυπτε με το φως του την απέραντη πεδιάδα , τα ζώα που έβοσκαν τα χόρτα…
Καθόταν με το βλέμμα του και κοιτούσε μέχρι πέρα τον ορίζοντα, απλώς στεκόταν και κοιτούσε. Δεν θυμόταν από που είχε έρθει. Θα έλεγε κάποιος ότι είχε πάθει αμνησία. Κάτι φωνές ακούγονταν από μέσα που του μιλούσαν για μια κόλαση η οποία τον καλούσε συνεχώς. Το παραμέρισε. Πήγε κι έκατσε στο τραπέζι με τον κύριο και την κυρία Νέλσον που τον περίμεναν. Πήρε το φλυτζάνι με το ζεστό γάλα και γέμισε το ποτήρι του. Άλειψε μια φέτα ψωμί με μέλι και με αργές κινήσεις απόλαυσε το πρωϊνό του.

Last 5 posts by thanatos

{ 1 comment… read it below or add one }

Άγγελος Άγγελος October 13, 2011 at 2:51 pm

Ενδιαφέρουσα ιστορία. Η ζωή, ο θάνατος, αυτό που υπάρχει μετά ή πριν, μπλέκονται με έναν πεαράξενο τρόπο, που μπορεί να μην είναι απόλυτα ξεκάθαρος, αλλά σίγουρα εξάπτει την περιέργεια.

Όπως και στην προηγούμενη ιστορία σου, έτσι κι εδώ, οι περιγραφές σου είναι πολύ καλές και δημιουργείς μια πολύ καλή ατμόσφαιρα.

Από λαθάκια:
-Πώς κατάντησα, όχι πως.
-Δεν θυμόταν από πού είχε έρθει, όχι που.
-Θάνατος!!! Τα πολλαπλά σημεία στίξης ή οι μίξεις αυτών (τύπου ;! ή ;;; ή !!!) είναι γραμματικά λάθος. Δεν δίνουν κανένα νόημα παραπάνω στο κείμενό σου, απ’ ό,τι μπορείς να εκφράσεις εσύ.

Εδώ «Ο αέρας λιγόστευε κάνοντας ακόμη και ένα μέτρο μήκους να μοιάζει σαν ένα χιλιόμετρο.» η παρομοίωση που χρησιμοποείς είναι λιγακι ατυχής. Εντάξει, καταλαβαίνουμε τι θέλεις να πεις, αλλά πες το μας καλύτερα.

Γράφεις καλά. Θα ήθελα να διαβάσω κάτι πιο μεγάλο και ολοκληρωμένο από σένα.

Καλή συνέχεια.

Reply

Leave a Comment

Previous post: Δολοφονία

Next post: Το παιδί και το αρνάκι