Κάτι έχω στο μυαλό μου…

by anna on October 2, 2009

Δεν είμαι παιδί χωρισμένων γονιών.

Δεν παίρνω ναρκωτικά.

Δεν καπνίζω, δεν πίνω.

Δεν έχω παρελθόν γιατί δεν το θυμάμαι.

Και απ’ ό,τι λένε δεν έχω ούτε μέλλον.

Με λένε Ματίνα Μαρέζη και είμαι

δεκαέξι χρονών- αν αυτό σου λέει κάτι.

Κοιμήθηκα πάλι στο πάτωμα, ξύπνησα από το ίδιο όνειρο. Τα μεσημέρια, όταν με παίρνει ο ύπνος, ο ήλιος τσουρουφλίζει το δέρμα μου. Τα ρούχα δεν είναι ικανά να με προστατέψουν από τη φλόγα. Οι φτέρνες μου διάτρητες στραγγίζουν όλη την υγρασία του σώματός μου. Δε βλέπω καθαρά, μόνο αισθάνομαι. Τη σκόνη, τη λάβα. Το μονότονο τοπίο να στερείται διαφυγής.

Η εικόνα έρχεται αργότερα. Θολά ακόμα διακρίνω ένα πλήθος από πρόσωπα που αναγνωρίζω. Η μάνα μου, ο αδερφός μου, μια θεία, ένας συμμαθητής, ο οικογενειακός γιατρός μας κι άλλοι. Πρόσωπα που ξέρω καλά ή που αστραπιαία κοίταξα στο δρόμο. Δεν μπορώ να υπολογίσω τον αριθμό τους, ούτε και τι απόσταση μας χωρίζει.

Σε άγνωστη απόσταση ένα τσούρμο κόσμος. Οι τυχαία ιδωμένοι, οι κατά κανόνα αγαπημένοι, όλοι -εξ ορισμού- καθοδηγητές μου, με οδηγούν στο κέντρο ενός …. στο κέντρο κανενός. Θα  επιστρέψουν πίσω μόνοι -μα πάντα ο ένας δίπλα στον άλλον- πάντα ο ένας πίσω από τον άλλον, συγυρισμένοι σε ευθείες κάθετες και οριζόντιες. Τα μισόκλειστα στόματά τους σηκώνουν χώμα, όπως φυσούν τις ευχές : Να μην περιπλανηθώ πολύ, να βρω μια όαση γρήγορα. κι αν είναι όραμα (Θε μου!) μην το καταλάβω. Μα πάνω απ’ όλα να μην αργήσω να πάρω θέση στη  πομπή των καθοδηγητών. Να τραγουδήσω κι εγώ νεκρικές ευχές σε άλλες ταλαιπωρημένες Ματίνες.

-Τίνα, γιατί δεν κοιμάσαι στο κρεβάτι σου; Καλύτερα να μην κοιμάσαι καθόλου τα μεσημέρια, βλέπεις άσχημα όνειρα.

Με πρησμένα μάτια από τη ζέστη και το στόμα στεγνό, από την ανυδρία, την κοίταξα, χαμογελώντας πονηρά.

Άσχημα όνειρα; Μητέρα… ήσουν κι εσύ εκεί.

Κράτησα την σκέψη για ‘μένα.

Ξέρεις! Σε κάθε σκέψη δεν είμαι μόνη. Υπάρχουν τουλάχιστον άλλες δύο που σκέφτονται μαζί μου. Μη βιαστείς να βγάλεις συμπεράσματα. Δεν πρόκειται για κανένα είδος ψυχικής διαταραχής. Έχουμε όλες το ίδιο όνομα, αλλάζει μόνο σ’ ένα «θέλεις», ένα «ξέρεις» κι ένα τίποτα.

Η Ματίνα που θέλεις, αυτή που δεν ξεχνάει ποτέ την καλή της ανατροφή. Ευγενική, ακόμα και με τους αγενείς, γλυκιά, αφού δεν μπορεί να είναι όμορφη, χαριτωμένη, για να μη φαίνεται ευφυής.

Η Ματίνα που ξέρεις. το «δύσκολο παιδί» της μητέρας μου. Ευγενική- λίγο πριν την αγένεια- σπάνια γλυκιά- κι ας γίνεται άσχημη. Χαριτωμένη; Τι λέξη είναι αυτή;

Η Ματίνα. Άσπιλη- χωρίς ανατροφή.  Χωρίς ντροπή. Αναιδής. Ξετσίπωτη- αντί για χαριτωμένη.

Για εκείνη φορτώνονται ευθύνες οι άλλες δύο. Για να μπορεί να σουλατσάρει, ελεύθερη τα βράδια.  Μόνο βράδια. Και πάντα μόνη.

Όποτε  προσπάθησε να ξεμυτίσει μπροστά σε κάποιον, η Θέλεις πρόλαβε να την μαζέψει και η Ξέρεις ανέλαβε αμέσως την ευθύνη.

Πάντα την σώνουν. Ή την αδικούν.

Ποτέ δεν το ξεκαθάρίσα(με), όμως είμαι σίγουρη πως συμβαίνει μια αδικία ή παρεξήγηση, γιατί υπάρχουν φορές που εξαφανίζονται.  Σαν να μάλωσαν κι έφυγαν για τρεις αντίθετες κατευθύνσεις. Αφόρητες φορές για το σώμα μου.

Εκείνες τις μέρες, που δεν μπορώ να ξεχωρίσω, αν υφίσταμαι ή υπάρχω μόνο στο μυαλό μου, κάθε στιγμή διαρκεί πολύ λίγο. Αλλά και πάλι μπορεί πάρα πολύ ή και καθόλου. Όταν καμία Ματίνα δεν είναι στη θέση της, ο χρόνος αρνείται την ανάμειξη στα δρώμενα και ο χώρος, ορίζει αλλού συντεταγμένες.

Εγκλωβίζω με τα χέρια μου τα πόδια και βυθίζω το κεφάλι μου μέχρι τις φτέρνες. Ένας-ένας οι σπόνδυλοί μου συνθλίβονται, λίγο-λίγο οι κλειδώσεις πυρακτώνονται. Σιγά-σιγά μουδιάζει το μυαλό μου. Λέξεις -ακόμη και προτάσεις ολόκληρες- γλιστρούν, όπως οι πυροσβέστες στο σωλήνα τους, από τα μαλλιά μέχρι τα δάχτυλα των ποδιών μου, και πιο κάτω.

Η ματιά μου, ζαλισμένη και αντίστροφη, δεν καταφέρνει ποτέ να δει την κατάληξη τους, μα κάθε γράμμα που φεύγει αποβαραίνει το κρανίο μου. Αφήνομαι. Απολαμβάνω την πορεία προς το κενό. Το κενό  κεφάλι, που δε μου ανήκει πια.

Παρακολουθώ -θεατής του σώματός μου- περιμένοντας, αυτή η μάζα (δική μου ή όχι) να πέσει σε ύπνο. Λήθαργο τόσο βαθύ που τίποτα- ακόμα και  ο πιο πυκνός κρότος – δεν μπορεί να τον ταράξει.

Θα  ξυπνήσω μόνο όταν έρθει η ώρα. Όταν όλα θα είναι σωστά τοποθετημένα στο χώρο και στο χρόνο. Θα έχω ξεχάσει.

Το έχεις ήδη καταλάβει. Η ζωή μου εξελίσσεται  μέσα μου. Σπάνια συναναστρέφομαι με άλλους ανθρώπους και σπανιότερα με παιδιά της ηλικίας μου. Δε γνωρίζω κανένα μουσικό συγκρότημα και η μουσική που ακούω είναι περισσότερο κραυγές παρά τραγούδια. Οι συζητήσεις για μαθήματα με νυστάζουν και δεν έχω τίποτα να πω για αγόρια, γιατί ποτέ δεν μου έτυχε.  Ή μάλλον μία φορά μου έτυχε, και βρέθηκα εδώ.

Γυρνούσα από το σχολείο. Μεσημέρι, καλοκαίρι, ανηφόρα, πείνα.

Μπροστά, πέντε αγόρια από μεγαλύτερη τάξη, ανέβαιναν βρίζοντας και κλοτσώντας ο ένας τον άλλον. Σκεφτόμουν πως γι’ αυτούς δεν πρέπει να ήταν μεσημέρι ούτε καλοκαίρι, να μην είχε ανηφόρα και πείνα. Ήμουν έτοιμη να βυθιστώ σε διάφορες σκέψεις περί σχετικότητας (επιστημονικά αποδεδειγμένες ή μη) όταν άκουσα κάποιον να με φωνάζει. Γύρισα πίσω. Ο Αλέξανδρος, ένας συμμαθητής μου, τέντωνε το χέρι του όπως οι τροχονόμοι όταν εννοούν «σταμάτα».

«Τι μπορεί να θέλει; Δεν έχουμε μιλήσει ποτέ. Τη ζακέτα μου την πήρα; Ναι. Κάτι άλλο θα ξέχασα στην τάξη και μου το φέρνει». Ήταν καλή ευκαιρία να πάρω μια ανάσα.

Όταν έφτασε κοντά μου δεν μπορούσε να βγάλει λέξη από το λαχάνιασμα. Πήρε δυο-τρεις βαθιές αναπνοές και σπρώχνοντας τον ώμο μου είπε ή απαίτησε «Προχώρα, θα τα πούμε πάνω».

Περπατούσα λίγο πιο μπροστά του. Τώρα είχε λιγότερο καλοκαίρι και καθόλου πείνα. Ανταλλάξαμε κάποιες κουβέντες στη διαδρομή αλλά μου είναι αδύνατον να τις θυμηθώ.

Ό,τι ειπώθηκε μετά όμως, δεν το έχω χάσει.

«Θέλω να ακούσεις όσα δεν λέω σε κανέναν», αυτά ήταν τα πρώτα λόγια του. Τα δικά μου άργησαν να έρθουν. Ούτε μία, από μας, δεν ήξερε τι να πει. Αυτό δεν μας είχε ξανασυμβεί. Αποφασίσαμε πως σ’ αυτές τις περιπτώσεις ένα «Γιατί;» είναι το καλύτερο.

-Δε μιλάς ποτέ. Για τίποτα. Αν δεν κρατάς μυστικό εσύ, ποιος κρατάει;

Η Ματίνα Ξέρεις συνήλθε πρώτη.

-Δε δίνω συμβουλές.

-Δε θέλω συμβουλές.

Η Θέλεις τραβούσε το μανίκι μου, «πεινάω, διψάω, νυστάζω».

Αν έφευγα, η Ματίνα δεν θα ήταν αυτή που είναι. Τώρα, τι έκανε στους δρόμους μεσημεριάτικα, είναι άλλη ιστορία. Καινούργια ιστορία που, αν δεν τη ξεχάσω, θα στη διηγηθώ παρακάτω.

Κάθισα στο σκαλοπατάκι που κάνει το πεζοδρόμιο. Κάθισε σ’ ένα καφάσι από μπύρες που πήρε από τα σκουπίδια και έβγαλε ένα μαλακό πακέτο τσιγάρα από την κασετίνα του.

Η Θέλεις ήταν πλέον σίγουρη: «Πάμε να φύγουμε, θέλεις- δεν θέλεις». Οι άλλες έκαναν πως δεν ακούνε.

- Δεν φαντάζομαι τι μυστικά μπορεί να έχει κάποιος. Ούτε γιατί αποφασίζει να τα εξομολογηθεί σε μία άγνωστη. Και χωρίς να θέλει συμβουλή; Για πες. Είμαι πολύ περίεργη.

-Δεν πρόκειται τόσο για μυστικά. Σκέψεις θα τις έλεγα. Που αν τις μοιραστώ με κάποιον άλλον, αύριο θα γελάει όλο το σχολείο μαζί μου. Με σένα, το περισσότερο που μπορεί να συμβεί, είναι να γελάσεις μόνη σου.

-Πες μου μια σκέψη σου. Θα σου πω αν μου φαίνεται αστεία.

Δεν πίστευα στ’ αυτιά μου. Να προσκαλώ κάποιον σε συζήτηση. Βιαστική να τον ακούσω. Βέβαιη πως θα του απαντήσω.

Μα επιτέλους ! Ποια Ματίνα είναι αυτή που μιλάει;

-Ωραία. Θα σου πω για τις φυσαλίδες στα αναψυκτικά. Όχι! Ο σωστός τίτλος είναι: γιατί η ζωή πρέπει να μοιάζει με πορτοκαλάδα.

Κατέβασα το κεφάλι μου, γιατί δεν ήθελα να δει πως ήδη μου φαινόταν αστείο αυτό που άκουγα. Το κατάλαβε.

-Περίμενε δεν τελείωσα ακόμα! Μπορώ να στο εξηγήσω. Άλλωστε δεν είναι ακριβώς δική μου ιδέα.

-Και ποιανού είναι;

-Τώρα τι να σου πω πρώτα; Την θεωρία της πορτοκαλάδας ή που κάτι γίνεται τα βράδια και σκέφτομαι ανάποδα;

-Κι εγώ.

-Τι και εσύ;

-Κι εγώ τα βράδια σκέφτομαι… αλλιώς. Αλλά δεν πιστεύω πως αυτό είναι το ανάποδα.

Τα τελευταία λόγια έφτασαν πολύ αργά στ’ αυτιά μου. Κι έσκασαν με φόρα.

Δεν μπορούσα ν’ ακούσω τίποτ’ άλλο. Ίσως και ο Αλέξης να μην είχε κάτι άλλο να πει.

Έτσι συμφωνήσαμε να συναντηθούμε την επόμενη μέρα, μετά το σχόλασμα. Έκρυψε το κάθισμα του και χαιρετηθήκαμε.

Το ραντεβού τηρήθηκε και ανανεώθηκε. Για την επόμενη και τη μεθεπόμενη μέρα. Και μετά, τις νύχτες.

Μια πλατεία χώριζε τα σπίτια μας. Τρία δέντρα στις τρεις γωνίες, στη τέταρτη μια στάση. Μια λωρίδα φρέσκο γκαζόν- η τεχνητή χλωρίδα των πόλεων- έκοβε διαγώνια το πλακόστρωτο. Μια νωπή γραμμή που, σε σαράντα μία τριάδες, μπορούσαν να ξαπλώσουν εκατόν είκοσι τρία άτομα (Το υπολόγισε ο Αλέξης  ένα βράδυ, που η πλατεία τον στένευε).

Περιμετρικά έκλεινε με μία καφετέρια, ένα φούρνο, ένα μαγαζί με κλωστές και το ψιλικατζίδικο του κυρίου Σταύρου. Ήταν η αυλή πέντε πολυκατοικιών και η δική μας.

Γύρω στις δώδεκα (οι γονείς μου σε βέβαιο ύπνο) όταν έβλεπα από το παράθυρό την Ελένη -η μόνη που έμενε στην πλατεία μέχρι εκείνη την ώρα- να μαζεύει τις καρέκλες του καφενείου, φορούσα τις τσόχινες παντόφλες, κατάπινα για τελευταία φορά κι έκλεινα την μύτη και το στόμα. Σαν σιωπή κατέβαινα τις σκάλες και σιωπή έμενα, μέχρι να φτάσω στην «κλαίουσα ιτιά».

Μην φανταστείς ότι το ήξερα. Ρώτησα κι έμαθα. Έτσι λέγεται αυτό το δέντρο, που τα κλαδιά του δεν ανεβαίνουν προς τα πάνω. Αδύνατα κι ευλύγιστα, μακραίνουν μέχρι ν’ ακουμπήσουν τη γη.

Όταν φυσάει τα κλαδιά γίνονται μαστίγια και χτυπούν το κορμό της. Αφού πάψει ο αέρας, καταλήγει ξεμαλλιασμένη, γερμένη στις ρίζες της, κλαμένη.

Μου αρέσει να καθόμαστε δίπλα της. Τουλάχιστον, μην είναι μόνη.

Ο Αλέξης δεν αργούσε να έρθει. Με τα τσιγάρα του πάντα κρυμμένα, μέσα στα παπούτσια ή το παντελόνι του.

Τα κρυμμένα τσιγάρα στο παντελόνι.

Τον κοιτούσα να βουτάει το χέρι του, μέχρι πιο πάνω από τον καρπό, παράλληλα με το φερμουάρ, από μέσα. Περίμενα τη στιγμή, μετά το ψαχούλεμα, που η χούφτα του θα κλείσει.

Μέχρι να ανασύρει το πακέτο- ποιος ξέρει από πού- καμιά μας δεν ανέπνεε. Για διαφορετικούς λόγους η καθεμία.

Η Ματίνα Θέλεις κοκάλωνε, με την παλάμη τεντωμένη μπροστά στο στόμα της, σε ένα άπνοο «Ο!».

Η Ματίνα Ξέρεις, θέλοντας να είναι διακριτική, προσπαθούσε να κοιτάξει αλλού, όμως δεν τα κατάφερνε.

Η Ματίνα ήθελε οπωσδήποτε να μάθει από πού ξεθάβεται αυτό το τσαλακωμένο πακέτο. Από περιέργεια και κάτι ακόμα. Αυτό που δεν της επιτρεπόταν.

Την επόμενη φορά ήταν δικό μου –η καλύτερα δικό της- το χέρι. Βουτηγμένο σχεδόν μέχρι τον αγκώνα.

Δεν θυμάμαι ακριβώς τι έγινε μετά, αλλά και όταν θυμηθώ δε θα στο γράψω.

Ένας χρόνος πέρασε πάνω, κάτω, δίπλα στην κλαίουσα. Ένας χρόνος γεμάτος φυσαλίδες που, κατά τη θεωρία της πορτοκαλάδας, μέσα τους βρίσκονται διάσπαρτα, τα μυστικά της ευτυχίας.

Φαινομενικά στη ζωή μου δεν είχε αλλάξει τίποτα. Συνέχιζα να ξυπνάω δύσκολα το πρωί και να κοιμάμαι βαριά τα μεσημέρια. Όμως χωρίς απειλητικά όνειρα. Ό,τι φοβόμουν το είχα αφήσει, το προηγούμενο βράδυ, στην άκρη της πλατείας.

Οι αφόρητες μέρες εμφανίζονταν σπάνια πια. Η Ματίνα- η σκέτη- σταμάτησε να διεκδικεί μερίδιο από τις άλλες και τίποτα δεν τις έκανε να τσακωθούν. Καμιά φορά μάλιστα, άφηναν τις απόλυτες θέσεις τους και ανάμεσα τους μια τέταρτη Ματίνα φτιαχνόταν. Τώρα που το σκέφτομαι ίσως υπάρχει και πέμπτη, που με την τροπή που πήραν τα γεγονότα δεν πρόλαβα να γνωρίσω.

Την προηγούμενη Πέμπτη- πριν μια βδομάδα- ξύπνησα το πρωί με μια ασυνήθιστη διάθεση. Σαν κάτι να είχε γίνει στον ύπνο μου. Σα να είχα κάνει νέα ανακάλυψη. Την επόμενη Ματίνα, που σου λέω. Ένοιωθα πως ερχόταν με απαντήσεις. Η πρώτη που ερχόταν με απαντήσεις.

Μέχρι τώρα -εμείς οι τρεις ή οι τέσσερις- μόνο επιθυμούσαμε, ρωτούσαμε και απαγορεύαμε η μία στην άλλη. Εκείνη τη μέρα φαντάστηκα πως έχει γίνει η σύλληψη μιας σοφής Ματίνας.

Στο δρόμο για το σχολείο έτρεχα. Σκεφτόμουν πόσο τυχερή είμαι που μπορώ να μοιραστώ ένα τέτοιο νέο με κάποιον. Πριν ένα χρόνο θα…

Ο Αλέξης δεν ήρθε στο σχολείο. Πάλι θα κάνει τον άρρωστο. Θα περιμένω να σχολάσω. Μετά θα πάω αμέσως σπίτι του.

Πήγα. Πόρτες ανοιχτές. Σαν γιορτή. Γιατί δεν έχει μουσική; Ο Αλέξανδρος;

Η μητέρα του. Με σφίγγει. Με χαϊδεύει. Κλαίει. Κλαίω κι εγώ. Γιατί κλαίω;

Ο Αλέξανδρος όχι ζωντανός. Μόνο αυτό θυμάμαι.

Ο κύριος Μαρέζης έφερε την κόρη του πριν εφτά μέρες. Πέμπτη απόγευμα, δεκαεννέα Οκτωβρίου. Ήμουν τρακαρισμένος πριν ακόμα την συναντήσω. Η εμπειρία μου δεν είναι μεγάλη, ολοκλήρωσα την ειδικότητα μου μόλις πριν ενάμιση χρόνο και δεν έχω ξεπεράσει το άγχος που δημιουργούν οι νεαροί ασθενείς. Χωρίς να κάνουν κάτι.  Απλά και μόνο λόγω έλλειψης ενηλικίωσης.

Όταν μπήκα στο γραφείο είχε μεταφέρει μια καρέκλα δίπλα στο παράθυρο.

Γύρισε προς το μέρος μου αμέσως και δεν κατέβασε τα μάτια της από πάνω μου, μέχρι το τέλος της συνάντησης.

Μίλησε πρώτη.

-Δεν είμαι παιδί χωρισμένων γονιών. Δεν παίρνω ναρκωτικά. Δεν καπνίζω, δεν πίνω. Δεν έχω παρελθόν γιατί δεν το θυμάμαι. Και απ’ ό,τι λένε δεν έχω ούτε μέλλον. Με λένε Ματίνα Μαρέζη και είμαι δεκαέξι χρονών- αν αυτό σου λέει κάτι.

Το πρώτο που σκέφτηκα ήταν να συστηθώ κι εγώ με τον ίδιο τρόπο.

-Δεν είμαι παιδί χωρισμένων γονιών. Πίνω λίγο και καπνίζω. Ξεκινώ τώρα την καριέρα μου. Θέλω να έχω μέλλον. Με λένε Νικόλαο Φουστέρη και είμαι τριάντα έξι ετών. Όλο και κάτι θα σου λέει.

-Θέλω χαρτί και μολύβι γιατρέ. Πρέπει να γράψω αμέσως. Ξεχνάω.

Έκατσα και –ενώ δεν το συνηθίζω μπροστά στους ασθενείς- άναψα τσιγάρο. Έσυρε την καρέκλα πιο κοντά.

Με τρόπο που δεν ταιριάζει στην ηλικία της, μου διηγήθηκε πως έφτασε στη κλινική.

Μαγνητοφωνώ πάντα τη πρώτη συνεδρία, έτσι είμαι σε θέση να μεταφέρω έπ’ ακριβώς τα λόγια της:

«Ήμουν στο δωμάτιο μου. Προσπαθούσα να θυμηθώ. Ήθελα να γράψω για  μια φυσαλίδα, μια  ξεδιάντροπη σκέψη ή μια μυστική συνάντηση. Τίποτα. Χειρότερα από τίποτα. Λες και μπερδεύτηκαν οι μνήμες και πήρα κάποιου άλλου. Ξένες ζωές έβλεπα. Δεν ξέρω που τις βρήκα. Τρόμαξα.

Έκλεινα τα μάτια μου. έτρεχαν πιο γρήγορα. Τ’ άνοιγα και πήδαγαν μπροστά μου. Καμιά δεν ήξερα. ούτε τις συμπαθούσα. Ήθελα να φύγουν. Πήρα εισπνοή με όλη μου τη δύναμη. Να φυσήξω ήθελα. Άνοιξα το στόμα μου και τραντάχτηκε το δωμάτιο. Ένα μπουλούκι φθόγγους και σκέτα φωνήεντα ξερνούσα. Πρέπει να κουνήθηκε όλο το σπίτι. Ο πατέρας μου, νομίζω, μπήκε μέσα. Με βούτηξε και με έφερε εδώ. Του το φώναζα στο δρόμο: Δεν χρειάζομαι βοήθεια. Χαρτί, μολύβι και ησυχία θέλω. Για όσο χρειαστεί».

-Δεν έχω σκοπό να φρικάρω γιατρέ. Είμαι πιο γερή από πριν. Δυνατή για μια ζωή. Για δύο.

Για το συμβάν, με τον φίλο της, έμαθα από τους γονείς της, η ίδια δεν μου είπε λέξη παραπάνω.  Ούτε γι’ αυτό, ούτε για τίποτ’ άλλο. Δεν απάντησε σε καμία μου ερώτηση. Επέμενε μόνο, να μην γυρίσει σπίτι της και «να κάνουμε μια συμφωνία». Ζητούσε να γράψει. Και μετά να διαβάσω. Γνωμάτευση δι’ αλληλογραφίας.

Δέχτηκα γιατί δεν έκρινα πως χρειάζεται άμεση θεραπευτική αγωγή. Μια κρίση μετά από έναν ξαφνικό θάνατο είναι ό,τι πιο φυσιολογικό. Ειδικά  σ’ αυτή την ηλικία.

Την επισκέπτομαι μια φορά την ημέρα, στο δωμάτιο της. Την πετυχαίνω πάντα να  γράφει. Στο κρεβάτι, στην καρέκλα ή στο περβάζι.

Παρόλο που ποτέ δεν την πίεσα, κάθε φορά μου υπόσχεται πως θα ολοκληρώσει σύντομα.

Για να είμαι ειλικρινής ανυπομονώ  να διαβάσω τα γραπτά της.

Όταν μιλάει αφήνει τις προτάσεις μισές. Μετά μονολογεί και αλλάζει θέμα. Σου δίνει την εντύπωση πως κάτι έχει στο μυαλό της. Κάτι που δεν θα στο πει.

Νομίζω πως αυτό είναι που γράφει.

Last 5 posts by anna

Leave a Comment

Previous post: Κι έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα…

Next post: Εκδίκηση