Μην το διαβάσετε βράδυ, μην το διαβάσετε μόνοι

by Άγγελος on November 8, 2009

           Πρόκειται για ένα σύντομο διήγημα  το οποίο ολοκλήρωσα πριν μερικές μέρες. Είναι μια σχετικά κλασική ιστορία τρόμου, αλλά, κατά την άποψη μου, πρωτότυπη και ενδιαφέρουσα για τους οπαδούς του είδους. Δεν της έχω δώσει κάποιον τίτλο, και ίσως με βοηθήσετε εσείς σε αυτό, αλλά χρησιμοποιώ ως υπότιτλο το Μην το διαβάσετε βράδυ, μην το διαβάσετε μόνοι, για να σας προκαλέσω και να σας κινήσω το ενδιαφέρον. Φροντίστε να είστε μόνοι ή μόνες, να είναι βράδυ και να βρίσκετε στην κατάλληλη ψυχολογική διάθεση και πιστεύω ότι θα την απολαύσετε.

 

 

            Η Αναστασία φύσηξε την κούπα με το αχνιστό τσάι που μόλις ετοίμασε και ρούφηξε μια μικρή γουλιά. Το ζεστό υγρό καταδύθηκε αργά στο στομάχι της προκαλώντας μια ευχάριστη αγαλλίαση στο κορμί της, ενώ το άρωμα βανίλιας που αναδυόταν άφηνε μια γλυκιά μυρωδάτη άλω να την περιστοιχίζει και να την διαπερνά.

            Της άρεσαν, με έναν περίεργο τρόπο, αυτά τα μοναχικά κρύα χειμωνιάτικα βράδια. Με μια κούπα τσάι να την συντροφεύει και τον χαμηλό φωτισμό να την χαλαρώνει, έχανε την αίσθηση της ώρας, κλεισμένη μέσα σ’ αυτό που η ίδια αποκαλούσε «ιδιωτικός χωροχρόνος». Το προσωπικό της σύμπαν όπου ο χρόνος κυλούσε με τον δικό της ρυθμό και  ο χώρος περιστρεφόταν με αυτήν ως κέντρο βαρύτητας.

            Καθόταν στο γραφείο της το οποίο βρισκόταν στο καθιστικό του  διαμερίσματός της. Ακριβώς πίσω της ήταν ένα μικρό σαλονάκι που αποτελούνταν από δυο διθέσιους καναπέδες και ένα τετράγωνο τραπεζάκι. Στο ίδιο δωμάτιο ήταν και η κουζίνα όπου λίγο νωρίτερα βύθιζε ένα αρωματικό φακελάκι μέσα σε μια κούπα ζεστό νερό και στην συνέχεια το ενδυνάμωσε με μια κουταλιά μέλι.

            Τύλιξε τις παλάμες της γύρω από την καυτή κούπα για να ζεστάνει τα δάχτυλά της ενώ τα μάτια της πλανιόταν πάνω στην επιφάνεια εργασίας του υπολογιστή της. Μάζεψε τα πόδια της οκλαδόν πάνω στην μεγάλη δερμάτινη καρέκλα και άπλωσε το δεξί της χέρι για να πιάσει το ποντίκι. Με τι θα ασχοληθώ σήμερα; αναρωτιόταν ενώ ο δείκτης του χεριού της έκανε ήδη κλικ πάνω στο εικονίδιο του περιηγητή ιστοσελίδων.

            Ποτέ δεν είχε κάτι συγκεκριμένο στο μυαλό της όταν έφτανε σ’ αυτό το σημείο. Το άφηνε πάντα στην επιθυμία της τελευταίας στιγμής. Μερικές φορές έμπαινε σε χώρους διαδικτυακής συνευρέσεως, όπως το facebook και το zoo, και ανάλωνε τον χρόνο της παίζοντας παιχνίδια απ’ την μια διασκεδαστικά και από την άλλη χαζά. Το γνώριζε αυτό, βέβαια, αλλά δικαιολογούσε τον εαυτό της λέγοντας πως όλα αυτά είναι μέρος της μοντέρνας μετα-κουλτούρας της οποίας είτε θα γίνουμε κοινωνοί, είτε, στο τέλος, θα περιθωριοποιηθούμε από τις ίδιες τις συσκευές, οι οποίες θα μας θεωρούν παρωχημένους. Άλλες φορές πάλι, σύχναζε σε σελίδες με βίντεο όπου παρακολουθούσε χιουμοριστικά, συγκινητικά ή και επιμορφωτικά βιντεάκια, δίνοντας τροφή για επεξεργασία στον εγκέφαλό της. Επίσης της άρεσε να παίζει με τις μηχανές αναζήτησης, ξεκινώντας με μια απλή λέξη η οποία την οδηγούσε, μέσα από έναν κυκεώνα διαδρομών, σε παντελώς αποκλίνουσες έννοιες. Τις προάλλες άρχισε με την λέξη κροκόδειλος και ύστερα από δυο ώρες περίπου βρέθηκε να διαβάζει για τα σύμπαντα σαπουνόφουσκες, αφού πρώτα πέρασε από τον Σομπέκ, τον θεό κροκόδειλο των αρχαίων αιγυπτίων, τις ιερογλυφικές επιγραφές, οι οποίες δεν έχουν ακόμα μεταφραστεί, μετά έκανε μια στάση στα παράξενα ιερογλυφικά σύμβολα που μοιάζουν με ιπτάμενα οχήματα ενώ οι επιβάτες τους φέρουν χαρακτηριστικά και συσκευές που δύσκολα μπορείς να κατονομάσεις ως ανθρώπινες, κι από εκεί πέρασε στην ζωή που κρύβει το διάστημα, στα διαστρικά ταξίδια, στα όρια του σύμπαντος και κατέληξε, συνεπαρμένη, στην θεωρία του πολυσύμπαντος, μέρος της οποίας αποτελούν και τα σύμπαντα σαπουνόφουσκες που προαναφέρθηκαν.

            Το τσατ από την άλλη, η συνομιλία, δηλαδή, ατόμων μέσω διαδικτύου σε πραγματικό χρόνο, δεν ήταν κάτι που της άρεζε. Την έκανε να νιώθει κάπως ανασφαλή το να μη γνωρίζει ποιος είναι αυτός που είναι κρυμμένος πίσω από την άλλη οθόνη, ο οποίος μπορεί να παριστάνει οποιονδήποτε. Κάποτε είχε διαβάσει ότι ‘το καλύτερο με το τσατ είναι ότι κανένας δεν γνωρίζει άμα είσαι σκύλος’. Σκύλος. Η σκέψη και μόνο την τρόμαζε. Οι μόνες φορές που χρησιμοποιούσε την συγκεκριμένη υπηρεσία ήταν όταν συνομιλούσε με γνωστούς της.

            Απόψε, όμως, δεν είχε όρεξη για συζητήσεις, γι’ αυτό και είχε το πρόγραμμα επικοινωνίας κλειστό. Αν και η ώρα ήταν περασμένη, όλο και κάποιος μπορεί να ξαγρυπνούσε, όπως η ίδια, και να ήθελε να εισχωρήσει στον ιδιωτικό της χωροχρόνο.

            Ένα ζευγάρι ψηλοτάκουνες γόβες άρχισε να κόβει βόλτες στον επάνω όροφο. Η Αναστασία ξεφύσηξε ανήσυχα καθώς ο ενοχλητικός θόρυβος διατάραξε την γαλήνη της. Φύσηξε και πάλι την κούπα με το τσάι, τελετουργικά, και κατέβασε λίγο ακόμα από το ιαματικό εύοσμο υγρό. Οι γόβες, αφού συνέχισαν για λίγο ακόμα την διαδρομή τους στο ταβάνι της, άνοιξαν την πόρτα του διαμερίσματός τους, κατέβηκαν θορυβωδώς τις σκάλες και συνέχισαν την πορεία τους μέσα στο κρύο σκοτεινό εκείνο βράδυ.

            Ήταν έτοιμη να πατήσει το πρώτο γράμμα της διεύθυνσης που ήρθε στο μυαλό της, όταν ένας ήχος, μέσα από το διαμέρισμά της, την έκανε να παγώσει. Ο ήχος σταμάτησε και ξανακούστηκε. Ήταν ένα κουδούνισμα που ερχόταν από την μεριά της πόρτας. Το θυροτηλέφωνο.  Τι διάολο; σκέφτηκε ενώ τα μάτια της έπεσαν στην κάτω δεξιά γωνία της οθόνης του υπολογιστή. 00:53 έγραφε το ρολόι. Τι διάολο;

            Σχεδόν ποτέ δεν είχε επισκέψεις τέτοιες ώρες. Κι όταν είχε, οι επισκεπτόμενοι, φρόντιζαν να την ενημερώσουν για την άφιξή τους νωρίτερα. Κοίταξε το κινητό της. Κανένα μήνυμα, καμία κλήση. Σκέφτηκε να μην απαντήσει. Ήταν αργά και όποιος κι αν βρισκόταν στην κεντρική είσοδο της πολυκατοικίας, σίγουρα θα καταλάβαινε.

            Το ενοχλητικό κουδούνισμα εξακολουθούσε να επιμένει, ρυπαίνοντας την ησυχία της. Να επιμένει με τρόπο προκλητικό, σκέφτηκε η Αναστασία, αφού τις φορές που αργούσε να απαντήσει, εκείνο σταματούσε μετά από μερικές επαναλήψεις. Απρόθυμα κατέβασε τα πόδια της από την καρέκλα, φόρεσε τις παντόφλες που είχαν μείνει αφημένες κάτω απ’ το γραφείο και σηκώθηκε. Έστρωσε μηχανικά την πιτζάμα της, καθυστερώντας όσο μπορούσε την συνάντηση της με την συσκευή, ευχόμενη να σταματήσει εκείνος ο ήχος. Γιατί, ακόμη κι αν δεν ήθελε να απαντήσει, θα έπρεπε να πάει ως εκεί για να απενεργοποιήσει την συσκευή.

            Οι ευχές της έμοιαζαν να μην εισακούονται απόψε. Προχώρησε με διστακτικά αργά βήματα προς την πόρτα και στράφηκε αριστερά προς το θυροτηλέφωνο. Το κατακεραύνωσε με το βλέμμα της, στέλνοντάς του άπειρες αρχαίες αξιοσέβαστες κατάρες.

            Η συσκευή έμοιαζε ακριβώς με ένα σύγχρονο ψηφιακό τηλέφωνο, μόνο που τα πλήκτρα των αριθμών είχαν αντικατασταθεί με αυτά των λειτουργιών ενώ από πάνω τους υπήρχε μια οθόνη η οποία συνδεόταν με την κάμερα στην είσοδο της πολυκατοικίας και ενεργοποιούνταν μόλις σήκωνες το ακουστικό σε μια κλήση, δίνοντάς σου οπτική επαφή με τον επισκέπτη. 

            Η Αναστασία πήρε μια βαθιά ανάσα και την άφησε να βγει από μέσα της αργά. Το κουδούνισμα είχε ακουστεί ήδη καμιά εικοσαριά φορές, ίσως και παραπάνω. Δεν χωρούσε άλλη καθυστέρηση. Εξάλλου, ο ήχος την τρέλαινε. Άπλωσε το χέρι της και σήκωσε το ακουστικό. Αμέσως η μικρή ασπρόμαυρη οθόνη φωτίστηκε. Η εικόνα ήταν αρχικά θολή, αλλά μόλις καθάρισε, η Αναστασία ένιωσε να της κόβεται η ανάσα. Για παραπάνω μισό λεπτό προσπαθούσε να εισπνεύσει αλλά όλες οι δίοδοι αέρα έμοιαζαν να είχαν αποκλειστεί.

            Το πρόσωπο που την κοιτούσε μέσα από την οθόνη του θυροτηλεφώνου ήταν φρικτό, αποκρουστικό και τρομακτικό. Ένα βδέλυγμα απίστευτης ασχήμιας και μιαρότητας. Μια μορφή που η ύπαρξή της αποτελούσε από μόνη της βεβήλωση του πλανήτη.

            Τα μεγάλα υγρά σχιστά του μάτια την κοιτούσαν κατάματα. Τα χείλη του σχημάτιζαν από μια μεριά ένα παραμορφωμένο φρικιαστικό χαμόγελο, ενώ από την άλλη άνοιγαν αμυδρά, φανερώνοντας τα μυριάδες μυτερά δόντια που ήταν κρυμμένα μέσα στο στόμα του. Τα χαρακτηριστικά του προσώπου του ήταν πολύ αδρά. Χοντρά οστέινα εξογκώματα διέσχιζαν τις παρειές και το μέτωπό του, ενώ το σαγόνι του ήταν υπερβολικά μεγάλο, σχιζόμενο στην μέση από βαθύ λακκάκι, δείγμα αρρενωπότητας και δυναμισμού θα λέγανε κάποιοι υπό διαφορετικές περιστάσεις. Η μύτη του χοντροκομμένη, με την γέφυρα να σχηματίζει μια εντελώς ασύμμετρη γωνία στο κέντρο του προσώπου του και να καταλήγει σε δυο τεράστια ρουθούνια. Το σκούρο δέρμα του προσώπου του φαινόταν να είναι καλυμμένο με ένα ρυπαρό ελαιώδες υγρό. Απ’ την κορυφή του κεφαλιού έπεφταν μαύρα κατσαρά μακριά μαλλιά που κατέβαιναν μέχρι λίγο πιο κάτω απ’ τους φαρδιούς του ώμους.

            Μόλις μπόρεσε να πάρει την πρώτη ανάσα, η Αναστασία κατάλαβε ότι έτρεμε. Όλο της το κορμί βρισκόταν σε μια κατάσταση υπερδιέγερσης που εκδηλωνόταν με έναν συνδυασμό τρέμουλου, ταχυκαρδίας, υπερίδρωσης και ανατριχίλας. Συμφοιτητές, φάρσα, ήταν οι πρώτες λέξεις που ήρθαν στο μυαλό της. Αλλά ποιος άνθρωπος θα μπορούσε ακόμα και να σκεφτεί ένα τόσο αποκρουστικό προσωπείο;

            Το τρεμάμενο χέρι της άρχισε να σηκώνει το ακουστικό ενώ το μυαλό της προσπαθούσε να βάλει τις σκέψεις σε μια τάξη και να κατασταλάξει, επιτέλους, στο τι έπρεπε να πει. Να πάτε να γαμηθείτε, μαλακισμένα! ήταν το πρώτο πράγμα που της ήρθε. Αλλά μετά απ’ αυτό δεν μπορούσε να σκεφτεί κάτι άλλο. Επειδή δεν ήθελε. Επειδή αν δεν συνέβαινε αυτό, τότε τι άλλο θα μπορούσε να είναι;

            Όταν το ακουστικό έφτασε στο αφτί της, άκουσε την φωνή του.

            «Μπου!». Ποτέ δεν είχε ακουστεί τόσο τρομακτικό. Η φωνή του ήταν βαθιά και βραχνή, φερόμενη πάνω σε μια δονούμενη συχνότητα, που το άκουσμά της έκανε τις συνάψεις των νευρώνων του εγκεφάλου της να εκρήγνυνται. Μια αλυσιδωτή αντίδραση που κατέκαιγε όλο της το κρανίο.

            «Ποιος είσαι;» Τι είσαι; Τι είσαι; πίεσε τον εαυτό της να επαναλάβει την ερώτηση σωστά. Όταν μια φωνή προκαλεί τόσο πόνο στο κεφάλι σου, τότε σίγουρα προέρχεται από κάτι εξωπραγματικό. Και σίγουρα δεν πρόκειται για χωρατατζήδες συμφοιτητές.

            «Σε σκεφτόμουν», είπε το πλάσμα και έγειρε το κεφάλι του προς την μια πλευρά, δήθεν για να επιβεβαιώσει αυτό που μόλις είπε.

            «Ποιος είσαι;» ξαναρώτησε. Τι είσαι; ΤΙ είσαι;

            Πίσω από το φρικτό εκείνο πλάσμα, η Αναστασία, μπορούσε να δει την είσοδο που οδηγούσε στο πάρκινγκ των ενοίκων, στο πίσω μέρος της πολυκατοικίας, όπου έβλεπε και το μπαλκόνι της, καθώς και μέρος του πεζοδρομίου και του δρόμου που περνούσαν μπροστά από την πολυκατοικία.

            Εκείνη την στιγμή ένα παλικάρι και μια κοπέλα, βαριά ντυμένοι και οι δυο και σφιχτά αγκαλιασμένοι διέσχιζαν το πεζοδρόμιο. Πέρασαν ακριβώς δίπλα από τον νυχτερινό της επισκέπτη αλλά δεν του έριξαν ούτε μια ματιά. Από περιέργεια, ή ενστικτωδώς, θα έπρεπε να είχαν στρέψει το κεφάλι τους. Και τότε θα έβλεπαν τι υπήρχε εκεί, θα ταράζονταν, θα κινητοποιούνταν και θα έφευγε η προσοχή από πάνω της. Αλλά έτυχε η μέρα να πέσει πάνω στο πιο αναίσθητο ζευγαράκι του κόσμου.

            «Έλα, άνοιξέ μου» είπε το πλάσμα και άπλωσε το χέρι του στο πόμολο της εξώπορτας. Η Αναστασία μπόρεσε, φευγαλέα, να δει τα γαμψά νύχια στις άκρες των δαχτύλων του.

            Τότε συνέβη κάτι ακόμα, το οποίο θα μπορούσε να φέρει απρόβλεπτα αποτελέσματα, αλλά, όπως διαπίστωσε μετά από λίγο η Αναστασία, τίποτε από εκείνα που προέβλεψε δεν συνέβη. Η εξέλιξη ήταν πολύ, πολύ πιο τρομακτική απ’ όσο θα περίμενε.

            Ένα αυτοκίνητο ήρθε και σταμάτησε μπροστά στην είσοδο του πάρκινγκ. Ο οδηγός, ένας ψηλός άντρας με μαύρα μαλλιά, άνοιξε την πόρτα και κατέβηκε, αφήνοντας το αυτοκίνητο να δουλεύει, αφού, όπως πρόσεξε η Αναστασία, τα φώτα ήταν ακόμα αναμμένα. Την ίδια στιγμή, το φρικτό στην όψη πλάσμα οπισθοχώρησε ελαφρά για να κάνει χώρο στον άντρα. Η πρώτη σκέψη που έκανε ήταν ότι θα έβλεπε την όψη του πλάσματος και θα αντιδρούσε, και για μια στιγμή αισθάνθηκε ανακούφιση. Αμέσως μετά, όμως, η ανακούφιση μετατράπηκε σε απόλυτο τρόμο, όταν είδε τον άντρα να περνάει δίπλα από το πλάσμα, να βάζει το χέρι του στην τσέπη του μπουφάν του και να βγάζει τα κλειδιά του.

            Θεέ μου, θα τον αφήσει να μπει μέσα, σκέφτηκε η Αναστασία με τον τρόμο να μετατρέπεται αργά σε πανικό, που δεν μπορούσε να εκτονωθεί.

            Πριν τοποθετήσει το κλειδί στην πόρτα ο άντρας κοντοστάθηκε. Γύρισε προς την μεριά της κάμερας και φάνηκε να επιλέγει ένα κουμπί από τον πίνακα των κουδουνιών των διαμερισμάτων. Αμέσως ακούστηκε ένα κουδούνισμα, όμοιο με αυτό που είχε ακούσει η Αναστασία νωρίτερα, αλλά ο ήχος του ήταν εξασθενημένος καθώς περνούσε μέσα από τους τοίχους της πολυκατοικίας. Μετά από άλλα δυο κουδουνίσματα ακούστηκε η βαριεστημένη φωνή μιας γυναίκας.

            «Ναι;»

            «Αγάπη μου, εγώ είμαι» είπε ο άντρας. Αυτό είναι αδύνατον, σκεφτόταν η Αναστασία. Δεν θα έπρεπε να μπορούν να είναι ανοιχτές δυο γραμμές ταυτόχρονα. «Νομίζω ότι ξέχασα το πορτοφόλι μου πάνω στο τραπέζι» συνέχισε ο άντρας, μη γνωρίζοντας ότι η συνομιλία του, έστω και άθελα υποκλέπτεται, «μπορείς να κοιτάξεις αν είναι εκεί;»

            «Μισό λεπτό» απάντησε η γυναίκα που ακουγόταν σα να την είχαν μόλις σύρει από το κρεβάτι στο ακουστικό.

            Ο άντρας έμεινε να στέκεται μόνος του μπροστά στην κάμερα, περιμένοντας. Μίλησέ του, σκέφτηκε η Αναστασία. Πες του κάτι. Εξήγησέ του. Θα σε περάσει για τρελή, αντιτάχθηκε αμέσως μια άλλη φωνή. Μα πως είναι δυνατόν να την περάσει για τρελή αφού η απόδειξη στεκόταν ακριβώς πίσω του; Και αυτή την στιγμή τον πλησίαζε. Δυο δάχτυλα υψώθηκαν αργά πίσω απ’ το κεφάλι του άντρα, σχηματίζοντας τα γνωστά «κερατάκια» που έχουν καταστρέψει περιπαιχτικά χιλιάδες στημένες φωτογραφήσεις. Μια τέτοια αίσθηση του χιούμορ από εκείνο το πλάσμα φαινόταν εντελώς διεστραμμένη, αλλά έδειχνε να το διασκεδάζει.

            «Εδώ το έχω» μίλησε ξανά η γυναίκα.

            «Μπορείς να μου το πετάξεις απ’ το μπαλκόνι;» ρώτησε ο άντρας, με τα κερατάκια να έχουν στήσει χορό πάνω στο κεφάλι του.

            «Ναι, έλα»

            «Θενκς, είσαι γλύκα» είπε ο άντρας και προχώρησε προς το πεζοδρόμιο, όπου μετά από λίγο έλαβε, εξ ουρανού, το πορτοφόλι του. Αμέσως μετά μπήκε στο αυτοκίνητο, που τον περίμενε υπομονετικά τόση ώρα, και αναχώρησε.

            Το πλάσμα πήρε ξανά την θέση του μπροστά στην κάμερα.

            «Ήξερα ότι θα με περίμενες» είπε στην Αναστασία, κοιτώντας την μέσα από την ασπρόμαυρη οθόνη. Γιατί δεν είχε κλείσει όλη αυτήν την ώρα; Απορούσε με τον εαυτό της πως μπόρεσε και επέδειξε τέτοια ηλιθιότητα.

            «Δεν μιλάς;» ρώτησε το πλάσμα. «Δεν έχει σημασία. Ξέρω ότι είσαι εκεί. Σε βλέπω»

            Με βλέπει; αναρωτήθηκε η Αναστασία και εστίασε το βλέμμα της στα ψυχρά υγρά του μάτια. Ω, ναι, με βλέπει.

            «Λοιπόν, θα μ’ αφήσεις να μπω;» ρώτησε το πλάσμα, αλλά αυτή τη φορά ακούστηκε πιο επιτακτικό.

            «Όχι» βρήκε το θάρρος να πει, αλλά η φωνή της ήταν τόσο ψιθυριστή, τόσο αμυδρή, που αμφέβαλλε αν θα μπορούσε να διασχίσει τα χάλκινα καλώδια. Το πλάσμα, όμως, την άκουσε και αυτό που άκουσε δεν του άρεσε καθόλου.

            «Πολύ καλά. Θα έρθω μόνος μου» δήλωσε τελεσίδικα. Μια έκφραση σαστιμάρας και τρόμου σκέπασε το πρόσωπο της Αναστασίας. Έκλεισε με δύναμη το ακουστικό και έκανε ένα βήμα πίσω. Φυσικά, η οθόνη της συσκευής δεν έσβησε αμέσως, αλλά αυτό που είδε πριν η εικόνα χαθεί έκανε τα δόντια της να χτυπούν ανεξέλεγκτα μεταξύ τους και μια δόση ούρων να μουσκέψει το εσώρουχό της.

            Το πλάσμα, μόλις είχε περάσει μέσα από την πόρτα, σα να μην υπήρχε τίποτα εκεί.

 

            Σε μια κρίση οξύνοιας, μέσα σε όλο αυτό το συνονθύλευμα μεταφυσικού τρόμου, πεζού πανικού και ανόθευτης τρέλας, η Αναστασία συμμάζεψε τις σκέψεις για το τι έπρεπε να κάνει, πως έπρεπε να αντιδράσει. Το μόνο σίγουρο ήταν ότι η διπλοκλειδωμένη πόρτα της δεν της εξασφάλιζε κανέναν εφησυχασμό, βάσει αυτού που μόλις είχε δει. Αν δοκίμαζε να βγει έξω και να τρέξει, το πιθανότερο θα ήταν να πέσει πάνω στο πλάσμα, κάτι που δεν το ήθελε καθόλου. Αν πάλι, προλάβαινε να ξεφύγει, τότε η μόνη διαδρομή που μπορούσε να ακολουθήσει ήταν προς τα πάνω, κι εκεί θα εγκλωβιζόταν. Θα μπορούσε, όμως, κατά την άνοδό της να αρχίσει να χτυπάει τα κουδούνια και τις πόρτες των διαμερισμάτων, θα έβαζε όλη την οικοδομή στο πόδι, αλλά δεν την ένοιαζε αν αυτό σήμαινε ότι δεν θα χρειαζόταν να ‘ρθει πρόσωπο με πρόσωπο με το πλάσμα. Αν, απ’ την άλλη, όλοι έδειχναν την προσοχή που είχαν δείξει και οι προηγούμενοι που συνευρέθηκαν με το πλάσμα, τότε θα κατέληγε στο κελί κάποιου φρενοκομείου, όπου οι επισκέψεις του θα ήταν ανεξέλεγκτες. Μπορούσε να καλέσει την αστυνομία, αλλά τι θα τους έλεγε; Κι αν κατάφερνε με κάποιον τρόπο να τους πείσει ότι κινδυνεύει, θα έρχονταν αρκετά γρήγορα ώστε να την γλιτώσουν;

            Όλες αυτές οι σκέψεις και αρκετές ακόμα κατέκλυζαν το μυαλό της Αναστασίας για μόλις μισό δευτερόλεπτο. Και αμέσως μετά έκανε αυτό που θα έκανε κάθε λογικός άνθρωπος σε μια παρόμοια περίσταση. Ούρλιαξε μέχρι να πάρουν φωτιά τα πνευμόνια της. Σταμάτησε μια στιγμή για να πάρει να μια βαθιά ανάσα και συνέχισε να ουρλιάζει, ενώ οι μύες του σώματός της την εγκατέλειπαν, κάνοντας την να σωριαστεί στο σκληρό παγωμένο πάτωμα. Τα ουρλιαχτά της συνέχισαν να βγαίνουν, πιο αδύναμα κάθε φορά, πιο βραχνά. Η φωνή της την εγκατέλειπε και αυτή και την ώρα του τέλους της δεν θα είχε τίποτα δικό της.

            Άκουσε ένα χτύπημα στην πόρτα. Έφτασε. Δεν είχε δυνάμεις ούτε για να τρομοκρατηθεί. Ένα δεύτερο χτύπημα συνοδευόμενο από μια φωνή: «Αναστασία;». Η φωνή δεν έμοιαζε με εκείνη του πλάσματος. Δυνατό χτύπημα στην πόρτα. Στην συνέχεια και πάλι το όνομά της. Φωνή γλυκιά που έδειχνε να νοιάζεται. «Είσαι καλά;».

            Έβηξε λίγο για να καθαρίσει τον λαιμό της. Ανακάθισε στο πάτωμα.

            «Ποιος είναι;» ψέλλισε τραυλίζοντας αλλά κατάλαβε πως ούτε καν η ίδια μπορούσε να ακούσει τα λόγια της. Καθάρισε ξανά τον λαιμό της και μάζεψε όσα ψήγματα δύναμης είχε μέσα της.

            «Ποιος είναι;». Αυτή την φορά το είπε καθαρά και αρκετά δυνατά ώστε να ακουστεί στην άλλη μεριά της πόρτας.

            «Ο Μιχάλης είμαι, από το απέναντι διαμέρισμα. Είσαι καλά;». Ο Μιχάλης. Θυμόταν το πρόσωπό του αμυδρά. Είχαν ανταλλάξει μερικές καλημέρες και καλησπέρες στις σκάλες ή έξω από την πόρτα. Αλλά εκείνη την στιγμή δεν μπορούσε να πάρει τίποτα ως δεδομένο. Αν ήταν κάποιο κόλπο για να τον βάλει η ίδια μέσα στο σπίτι της;

            «Αναστασία, είσαι καλά;» ακούστηκε ξανά η γλυκιά φωνή του Μιχάλη απ’ έξω.

            «Δεν ξέρω» του απάντησε ειλικρινέστατα.

            «Αναστασία, είσαι μόνη σου εκεί μέσα;». Οι ερωτήσεις και ο τόνος της φωνής του έδειχναν ότι πραγματικά ανησυχούσε.

            «Έτσι νομίζω» του είπε και αμέσως το μετάνιωσε. Πώς θα είχε ακουστεί αυτό;

            Δεν φάνηκε να έδωσε πολύ σημασία στα λόγια της. «Θέλεις να μου ανοίξεις;»

            Η Αναστασία ζύγισε τις επιλογές που είχε. Αν ήταν το πλάσμα αυτό που βρισκόταν πίσω από την πόρτα της, τότε αυτός ήταν μόνο ένας τρόπος για να παίξει μαζί της και ούτως ή άλλως θα κατέληγε μέσα στο διαμέρισμά της αργά ή γρήγορα. Αν, όμως, ήταν πραγματικά ο Μιχάλης τότε θα είχε κάποιον να της συμπαρασταθεί και να την κάνει να νιώσει καλύτερα, κι αν αυτή η μάχη συνεχιζόταν, ίσως κάποιον να την βοηθήσει.

            Προσπάθησε να σηκωθεί στηριζόμενη πάνω στην πόρτα. Με αργές κινήσεις και πολύ κόπο τα κατάφερε. Πλησίασε το μάτι της προς το ματάκι της πόρτας. Τελικά το μετάνιωσε και τραβήχτηκε πίσω. Δεν ήθελε να κοιτάξει.

            «Είσαι ο Μιχάλης;» ρώτησε.

            «Ναι»

            «Το υπόσχεσαι;» επέμεινε.

            «Το υπόσχομαι» ακούστηκε έξω από την πόρτα η ευγενική φωνή.

            Το χέρι της άγγιξε το κλειδί που βρισκόταν πάνω στην πόρτα και το έστριψε δεξιά, ξεκλειδώνοντάς την. Μετέφερε το χέρι της στο πόμολο και το έσπρωξε προς κάτω. Η πόρτα άνοιξε σιγά σιγά και η Αναστασία βρήκε το όμορφο χαμογελαστό πρόσωπο του Μιχάλη να την περιμένει εκεί. Αμέσως αρπάχτηκε από τον λαιμό του και κρεμάστηκε πάνω του ξεσπώντας σε κλάματα.

            Ένιωσε τα χέρια του να την σφίγγουν και να χαϊδεύουν καθησυχαστικά την πλάτη της, ενώ αυτή συνέχιζε να κλαίει με το κεφάλι της χωμένο μέσα στον λαιμό του.

            «Ηρέμισε» της είπε «όλα είναι εντάξει τώρα. Δεν χρειάζεται να ανησυχείς». Πόσο ήθελε να τον πιστέψει. Ο φόβος της είχε περιοριστεί σημαντικά, αλλά μια έντονη αναμόχλευση εξακολουθούσε να διαταράζει τα σωθικά της, πράγμα που της εξηγούσε ότι κάτι δεν πήγαινε καθόλου, μα καθόλου, καλά.

            Τραβήχτηκε λίγο προς τα πίσω και σήκωσε τα μάτια της για να βρει τα δικά του. Όμορφα μπλε μάτια, σκέφτηκε. Στις ελάχιστες συναντήσεις τους, ποτέ δεν τα είχε προσέξει. Εκείνη την στιγμή, όμως, ήταν κάτι πάνω στο οποίο μπορούσε να πιαστεί. Ομορφιά. Σα να είχε αποκτήσει αυτή η λέξη ένα εντελώς διαφορετικό νόημα. Και όταν τελικά κατάλαβε ποιο ήταν το νόημα που εκείνη της είχε δώσει, ένιωσε ένα ρίγος τρόμου να διαπερνάει την ραχοκοκαλιά της. Όπλο. Η ομορφιά ήταν το μόνο όπλο ενάντια σ’ εκείνο το πλάσμα. Κάτι για το οποίο φαινόταν εντελώς ανίκανο.

            Πρόσεξε ότι κι άλλοι ένοικοι της πολυκατοικίας βρισκόταν έξω από την πόρτα του διαμερίσματός της. Ίσως κι εκείνη η γυναίκα που είχε ακούσει λίγο νωρίτερα μέσα από το θυροτηλέφωνό της. Όλοι φαινόταν προβληματισμένοι και ανήσυχοι για το τι θα μπορούσε να είχε συμβεί, μιας και δεν υπήρχε κάτι που θα εξηγούσε εύλογα τις απορίες τους. Για τον λόγο αυτό η Αναστασία μίλησε ψιθυριστά. Τόσο αχνή ήταν η φωνή της που ο Μιχάλης αναγκάστηκε να πλησιάσει το αφτί του στο στόμα της για να την ακούσει.

            «Πέρασε μέσα από την πόρτα… Έρχεται για μένα… Δεν ξέρω τι θέλει…»

            «Μονάχα εμείς είμαστε εδώ» την διαβεβαίωσε ο Μιχάλης στρέφοντας το κεφάλι του προς το συγκεντρωμένο πλήθος. «Δες και μόνη σου» την προέτρεψε. Τους κοίταξε όλους και όλες στα μάτια.

            «Βλέπεις κάτι που να σε τρομάζει;» την ρώτησε.

            «Όχι» απάντησε εκείνη. Είναι όλοι όμορφοι.

            «Θέλεις να πάω να κοιτάξω αν υπάρχει κάτι παράξενο;»

            Έσφιξε τα χέρια της γύρω από τον λαιμό του και κούνησε το κεφάλι της αρνητικά πολλές φορές. Κανείς δεν μπορούσε να καταλάβει πόσο παράξενος είχε γίνει πλέον ο κόσμος της. Κι αν όντως έβρισκε κάτι; Τότε τι θα γινόταν; Τίποτα. Απλά θα είχε απομείνει και πάλι μόνη της.

            «Πάμε να καθίσουμε μέσα. Να μου εξηγήσεις τι συνέβη». Η αλήθεια είναι ότι δεν ήθελε να του πει τίποτα. Ήθελε όμως πάρα πολύ να μείνει μαζί του.

            Στράφηκε προς τους συγκεντρωμένους ενοίκους και με ένα νεύμα του κεφαλιού του τους έδωσε να καταλάβουν πως όλα ήταν εντάξει και πως από εκεί και πέρα θα αναλάμβανε εκείνος. Κάλεσε κοντά του δυο άντρες και τους ζήτησε ευγενικά να ελέγξουν την πολυκατοικία και τον χώρο γύρο από αυτήν. Ήταν σίγουρη πως όλοι νόμιζαν ότι κάτι ήταν λάθος μέσα της, γι’ αυτό και κανείς δεν ανέφερε την αστυνομία.

            Ο Μιχάλης την έσπρωξε απαλά και πέρασαν μέσα στο διαμέρισμα. Άπλωσε το χέρι του για να κλείσει την πόρτα αλλά αμέσως η Αναστασία τον άρπαξε από το μανίκι, μ’ ένα σκαιό «Μη!» να βγαίνει από τα χείλη της. Εκείνος έδειξε να σαστίζει προς στιγμήν, αλλά η Αναστασία κατέβασε τον τόνο της φωνής της και είπε: «Άφησε την πόρτα ανοιχτή, σε παρακαλώ».

            «Όπως θες» της είπε και έσπρωξε την πόρτα ώστε να είναι ορθάνοιχτη. Μετά την οδήγησε στον καναπέ και την έβαλε να καθίσει. Την άφησε για μισό λεπτό ώσπου να πάει να της φέρει ένα ποτήρι νερό, αλλά ακόμη και αυτό το σύντομο χρονικό διάστημα που ήταν μόνη ένιωσε τις ελάχιστες ασπίδες φόβου που είχε σηκώσει να καταρρέουν. Το χέρι του Μιχάλη που της έτεινε ένα ποτήρι με νερό την έκανε να αναθαρρήσει και πάλι. Άδειασε το ποτήρι με μεγάλες γουλιές και το άφησε στο τραπέζι.

            «Πως αισθάνεσαι;» ρώτησε ο Μιχάλης.

            «Είμαι καλά» απάντησε κοιτώντας τον μέσα στα μάτια και προσπαθώντας να χαμογελάσει. Αλλά δεν τα κατάφερε.

            «Σωματικά φαίνεσαι εντάξει. Αλλά ψυχικά;»

            Δύσκολη ερώτηση. Δεν ήξερε πόσο φόβο μπορούσε να αντέξει η ανθρώπινη ψυχή. «Είμαι καλά» επανέλαβε, αλλά ο Μιχάλης κατάλαβε ότι δεν ήταν, γιατί μόλις το είπε χαμήλωσε το βλέμμα της.

            «Μήπως θα έπρεπε να σε πάω στο νοσοκομείο;»

            «Όχι, όχι» βιάστηκε να απαντήσει. «Θα είμαι εντάξει»

            «Σύμφωνοι». Την κοίταξε εξεταστικά. Εκείνη έσπρωξε, κάπως αδέξια, τα μαλλιά της πίσω από τα αφτιά της, μόνο και μόνο για να του δείξει ότι λειτουργούσε σαν κανονικός άνθρωπος. Τότε αισθάνθηκε το βρεγμένο της εσώρουχο και πίεσε τα πόδια της ντροπιασμένη. Ο Μιχάλης δεν έδειχνε να είχε αντιληφθεί κάτι.

            «Θα μου πεις τι συνέβη;»

            «Κάποιος με κάλεσε στο θυροτηλέφωνο» είπε διστακτικά, αλλά σταμάτησε επειδή δεν ήξερε πώς να συνεχίσει.

            «Και;» την παρότρυνε εκείνος.

            «Τον είδα στην οθόνη. Δεν τον γνώριζα, αλλά εκείνος ήθελε να του ανοίξω. Εγώ, όμως, δεν του άνοιξα»

            «Πολύ καλά έκανες» την εμψύχωσε ο Μιχάλης και της έπιασε το χέρι.

            «Εκείνος, όμως, μπήκε» συμπλήρωσε χωρίς να τον κοιτάζει και χωρίς να δώσει καμία άλλη εξήγηση. Ο Μιχάλης έγινε κάπως ανήσυχος.

            «Τι εννοείς μπήκε; Νομίζεις ότι είναι κάποιος διαρρήκτης; Μήπως θα ήταν καλύτερο να κλείσουμε την πόρτα;»

            «Δεν καταλαβαίνεις;» είπε απότομα η Αναστασία και μάλλον κάτι ανορθόδοξο θα πρέπει να υπήρχε στο βλέμμα της, επειδή ο Μιχάλης τραβήχτηκε και την κοίταξε με απορία. «Δεν τον νοιάζουν οι πόρτες» ολοκλήρωσε αυτό που ήθελε να πει, αφήνοντας τον Μιχάλη εμβρόντητο με την έλλειψη συνοχής των όσων έλεγε.

            «Αναστασία, νομίζω ότι είσαι ακόμα αρκετά ταραγμένη. Πιστεύω ότι καλό θα ήταν να βγεις να πάρεις λίγο καθαρό αέρα και να πας να σε δει ένας γιατρός. Μάλιστα, θα πρέπει να επιμείνω σ’ αυτό.». Έσφιξε το χέρι της που βρισκόταν ακόμα μέσα στο δικό του. Εκείνη ένευσε καταφατικά, απ’ την μια επειδή δεν ήθελε να συνεχίσει άλλο αυτήν την κουβέντα, κι από την άλλη επειδή ένιωθε ότι έπρεπε να φύγει μέσα από το διαμέρισμα.

            Ο Μιχάλης σηκώθηκε και την τράβηξε απ’ το χέρι. «Σήκω. Πάνε στο δωμάτιό σου και φόρεσε κάτι για να βγούμε έξω»

            «Θέλω να ‘ρθεις να με βλέπεις» του είπε η Αναστασία φρίττοντας στην ιδέα ότι θα έπρεπε να μείνει μόνη έστω και για λίγο.

            Ο Μιχάλης χαμογέλασε αμήχανα και είπε: «Αναστασία, δε νομίζω ότι αυτό…», αλλά δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει την φράση του γιατί η Αναστασία τον είχε ήδη αρπάξει από τον γιακά λέγοντας του επιβλητικά: «Θέλω»

 

            Τι βράδυ κι αυτό; σκεφτόταν ο Μιχάλης ενώ η Αναστασία προχωρούσε προς το υπνοδωμάτιό της. Την ακολούθησε αργά συμφωνώντας στην απαίτησή της να παρακολουθεί όσο θα άλλαζε ρούχα. Όσες φορές είχαν ανταμωθεί και χαιρετήθηκαν μες στην πολυκατοικία ήταν πάντα πρόσχαρη και ευδιάθετη, και δεν έμοιαζε σε τίποτα στο κορίτσι με το οποίο πριν από λίγο κουβέντιαζε. Κάτι πραγματικά συγκλονιστικό θα πρέπει να της είχε συμβεί νωρίτερα εκείνο το βράδυ. Η ιστορία της δεν έβγαζε κάποιο νόημα και ήταν σίγουρος πως οικειοθελώς του είχε κρύψει αρκετά απ’ όσα είχαν συμβεί. Αυτό, όμως, που πρωτίστως είχε σημασία ήταν το να ‘ρθει στα καλά της. Και γι’ αυτό έπρεπε να φροντίσει ο ίδιος.

            Μόνο μερικές στιγμές πιο νωρίς βρισκόταν στο δικό του διαμέρισμα, είχε μόλις βουρτσίσει τα δόντια του και ετοιμαζόταν να πέσει για ύπνο, όταν εκείνη η δυνατή κραυγή έκανε το αίμα του να παγώσει. Χωρίς να το πολυσκεφτεί πετάχτηκε έξω από διαμέρισμά του κι αφουγκράστηκε από πού ερχόταν ο ήχος. Λίγο αργότερα βρέθηκε με μια σοκαρισμένη κοπέλα στην αγκαλιά του. Η ίδια κοπέλα η οποία τώρα άναβε το φως απ’ το δωμάτιο της και κατευθυνόταν προς την ντουλάπα για να βρει ρούχα να φορέσει. Εκείνος στεκόταν έξω από την πόρτα της ενώ εκείνη έριχνε κλεφτές ματιές για να δει αν εκείνος βρισκόταν ακόμα εκεί να την παρακολουθεί. Να την προσέχει, μάλλον, είχε σκεφτεί ο Μιχάλης. Είχε ξεχωρίσει μερικά ρούχα και ήταν έτοιμη να κατεβάσει το κάτω μέρος της πιτζάμας της όταν τα φώτα απ’ το δωμάτιό της έσβησαν μόνα τους.

            Η Αναστασία γύρισε πανικόβλητη προς το μέρος του. Ο τρόμος είχε παραμορφώσει το πρόσωπό της. Είδε τα χείλη της να σχηματίζουν μια λέξη «Όχι», αλλά δεν την άκουσε. Τότε, μέσα στο μισοσκόταδο του δωματίου την είδε να ανυψώνεται ελαφρά από το δάπεδο και μια αόρατη δύναμη την εκσφενδόνισε πάνω στα πλευρά του κρεβατιού της. Την ίδια στιγμή η πόρτα έκλεισε με πάταγο. Και τότε, για δεύτερη φορά εκείνο το βράδυ, άκουσε εκείνη την σπαραχτική κραυγή τρόμου και ικεσίας που του έλιωνε τα σωθικά. Μόνο που αυτή τη φορά, οι κραυγές θα συνεχιζόταν για πολύ ακόμα.

            Ρίχτηκε πάνω στην πόρτα, κατέβασε το πόμολο και την έσπρωξε. Εκείνη έμεινε ασάλευτη, σα να μην έτρεχε τίποτα. Δοκίμασε να την χτυπήσει με τον ώμο του χωρίς κανένα αποτέλεσμα.

            «Αναστασία» ούρλιαξε και χτύπησε με τις γροθιές του την ξύλινη πόρτα. «Αναστασία, είσαι καλά;». Οι κραυγές από  το δωμάτιο είχαν σταματήσει αλλά δεν ήξερε αν θα έπρεπε να το ερμηνεύσει ως καλό ή κακό. Τότε άκουσε κάτι να πέφτει πάνω στην πόρτα απ’ την μέσα πλευρά του δωματίου. Είδε το πόμολο να κινείται σαν κάποιος να προσπαθεί να ανοίξει την πόρτα. Εκείνη επέμενε να μένει κλεισμένη.

            «Μιχάλη, άνοιξε μου» ακούστηκε η τρεμάμενη φωνή της Αναστασίας. «Μιχάλη, θέλω να βγω από εδώ, σε παρακαλώ»

            «Είναι κλειδωμένη.» είπε ο Μιχάλης «Πρέπει να ξεκλειδώσεις»

            «Δεν υπάρχει κλειδί». Η έκκληση για βοήθεια στην φωνή της γινόταν ολοένα και πιο έντονη. Μπορούσε να καταλάβει ότι έκλαιγε. «Άνοιξέ μου. Άνοιξε σε παρακαλώ», ικέτευσε. Και εντελώς αναπάντεχα πρόσθεσε: «Θα με φάει».

            Ο Μιχάλης νόμισε ότι δεν άκουσε καλά, Το είπε αυτό στ’ αλήθεια; αλλά επιβεβαιώθηκε αμέσως μετά, όταν το ουρλιαχτό της Αναστασίας άρχισε ξανά να αντηχεί μέσα στο διαμέρισμα.

            Οι ένοικοι των άλλων διαμερισμάτων είχαν πάλι αρχίσει να συγκεντρώνονται έξω από την πόρτα. Οι ερωτήσεις ακολουθούσαν η μια την άλλη, από μια ταραγμένη και, αν μη τι άλλο, τρομαγμένη ομάδα ανθρώπων, που δυο φορές μέσα σε λίγη ώρα ξεσηκώθηκε απ’ τα ουρλιαχτά της ίδιας κοπέλας, τα οποία συνεχιζόταν ακάθεκτα από το διπλανό δωμάτιο.

            «Κάποιος να καλέσει την αστυνομία» είπε ο Μιχάλης, και αμέσως συμπλήρωσε «Και ένα ασθενοφόρο». Ο ίδιος δεν ήθελε να αφήσει το δωμάτιο, μιας και ένιωθε υπεύθυνος για αυτήν την κοπέλα.

            Πρόσεξε τις γυναίκες της πολυκατοικίας που είχαν μαζευτεί σε μια γωνία και στεκόταν έντρομες η μία κοντά στην άλλη. Μερικές δεν άντεξαν στο άκουσμα των ουρλιαχτών και είχαν βάλει τα κλάματα. Οι μαμάδες είχαν ντύσει άρον άρον τα μικρά παιδιά τους και τα απομάκρυναν από την πολυκατοικία με τις σπαραχτικές φωνές.

            Δυο άντρες μπήκαν στο διαμέρισμα και πλησίασαν τον Μιχάλη. Διακριτικά τον ρώτησαν τι είχε συμβεί. Είναι κλειδωμένη εκεί μέσα, τους είπε. Η πόρτα δεν ανοίγει. Η ίδια είπε πως δεν υπάρχει κλειδί.

            «Είναι μόνη της εκεί μέσα;» ρώτησε ένας απ’ τους άντρες. Ο Μιχάλης κατάλαβε τι ακριβώς ήθελε να ρωτήσει. Το προξενεί αυτό η ίδια στον εαυτό της;

            Ένευσε καταφατικά. «Είμαι σχεδόν βέβαιος ότι είναι μόνη της». Και τότε κατάλαβε ότι έκανε το ίδιο πράγμα που έκανε και η Αναστασία νωρίτερα. Απέκρυβε όσα οι άλλοι δεν υπήρχε περίπτωση να πιστέψουν. Ένιωσε βαθύ πόνο για εκείνη την κοπέλα που ήθελε να εκφράσει τους φόβους της αλλά παράλληλα δεν ήθελα να την χαρακτηρίσουν τρελή. Εκείνος, όμως, ήξερε τι είχε δει πριν κλείσει η πόρτα και πλέον την πίστευε. Την πίστευε ακόμη κι ας μην του είχε αποκαλύψει τίποτα.

            «Ας δοκιμάσουμε να σπάσουμε την πόρτα όλοι μαζί» πρότεινε ένας απ’ τους άντρες. Συμφώνησαν κι άρχισαν να ρίχνουν όλοι μαζί τους ώμους τους πάνω στην πόρτα με ορμή. Ξανά και ξανά. Η πόρτα, όμως, αντιστεκόταν άριστα. Όχι απλά δεν έσπασε, αλλά και δεν τρανταζόταν καθόλου απ’ τη σύγκρουση.

            «Αυτό είναι σχεδόν τρελό» είπε κάποιος και μετά οι τρεις τους έμειναν αμίλητοι, κοιτάζοντας απλά ο ένας τον άλλον. Σύντομα, όμως, κατάλαβαν ότι κάτι έπρεπε να κάνουν, επειδή οι γόοι απ’ το διπλανό δωμάτιο θα τους τρέλαιναν.

            «Η μπαλκονόπορτα» είπε ξαφνικά ο Μιχάλης. «Σίγουρα το δωμάτιό της έχει πόρτα που βγάζει στο μπαλκόνι. Μπορούμε να σπάσουμε το τζάμι». Αμέσως έτρεξε προς την μεγάλη γυάλινη πόρτα του καθιστικού από την οποία βγήκε στο μπαλκόνι, ακολουθούμενος από τους δυο συμμαχητές του. Η κρύα βραδινή ατμόσφαιρα έκανε αισθητή την παρουσία της προκαλώντας απανωτά διαπεραστικά ρίγη στα κορμιά τους.

            Το μπαλκόνι ήταν ενιαίο για όλο το διαμέρισμα και η μπαλκονόπορτα του υπνοδωματίου βρισκόταν δίπλα σ’ αυτήν του καθιστικού. Δυστυχώς γι’ αυτούς το πατζούρι ήταν κατεβασμένο. Το πιάσανε και οι τρεις μαζί και το σηκώσανε σιγά σιγά, αναγκάζοντάς το να τυλιχτεί στο ρολό του. Σ’ ένα ύψος που τους άφηνε αρκετό χώρο να δουλέψουν το στράβωσαν έτσι ώστε να μείνει σταθερό σ’ εκείνη την θέση και να μην ξαναπέσει.

            Στάθηκαν ο ένας δίπλα στον άλλον και κοίταξαν την γυάλινη πόρτα. Μέσα στο δωμάτιο επικρατούσε το απόλυτο σκοτάδι και κανένας του δεν μπορούσε να διακρίνει κάτι. Ο Μιχάλης πλησίασε στο τζάμι, κόλλησε τα χέρια του πάνω του και έβαλε τα μάτια του μέσα στις παλάμες του, σχηματίζοντας ένα ζευγάρι αυτοσχέδιων κιαλιών. Τίποτα. Μαυρίλα.

            «Πρέπει να δούμε τι συμβαίνει εκεί μέσα. Να βεβαιωθούμε ότι η Αναστασία είναι καλά». Οι κραυγές και κλαυθμυρισμοί της που, αν και συνεχίζονταν, γινόταν όλο και πιο αδύναμοι, όλο και πιο βραχνοί, ήταν ένα πειστικό επιχείρημα για το ότι έπρεπε να βιαστούν και να εξαντλήσουν κάθε δυνατότητα που είχαν για να την βοηθήσουν. Ένας απ’ τους άντρες είπε ότι είναι κυνηγός και ότι διαθέτει έναν μεγάλο φορητό προβολέα που λειτουργεί με μπαταρία. Θα μπορούσαν να τον χρησιμοποιήσουν για να ρίξουν φως μέσα στο δωμάτιο.

            «Θα τον έχω έτοιμο σε μερικά λεπτά» είπε και αποχώρησε ενώ οι άλλοι δυο έμειναν να κοιτάζουν άπραγοι το σκοτεινό δωμάτιο.

            Ο Μιχάλης είχε αρχίσει να νιώθει τύψεις για ό,τι συνέβαινε τώρα στην νεαρή κοπέλα. Αν είχε μείνει μαζί της, αν απλά καλούσε ένα ασθενοφόρο στο σπίτι, ίσως τίποτα απ’ αυτά να μην είχε συμβεί. Έπρεπε να την είχε φροντίσει καλύτερα. Να την έβγαζε αμέσως από το διαμέρισμά της, επειδή από νωρίς είχε καταλάβει πόσο μεγάλη αναστάτωση της προκαλούσε το να βρίσκεται εκεί. Αλλά και μια άλλη σκέψη είχε αρχίσει να πλανάται στο μυαλό του. Τι θα συνέβαινε αν τίποτα δεν μπορούσε να αποτρέψει τα γεγονότα απ’ το να συμβούν και ήταν και ο ίδιος παρών στο ξέσπασμά τους; Πώς θα ήταν να βρίσκεται αυτήν την στιγμή μέσα στο δωμάτιο μαζί με την Αναστασία;

            Έφερνε στον νου του ξανά και ξανά όλες τις αινιγματικές φράσεις που είχε αναφέρει η Αναστασία προσπαθώντας να βγάλει κάποια άκρη. Πέρασε μέσα από την πόρτα, Έρχεται για μένα, Θα με φάει. Αυτό που μπορούσε να καταλάβει ήταν, είτε ήταν αληθινό είτε όχι, ότι η Αναστασία πίστευε πως κάτι παράξενο είχε εμφανιστεί εκείνο το βράδυ στην πόρτα της για να της κάνει κακό. Και το ότι υπήρχε περίπτωση να βρίσκονται αντιμέτωποι με κάτι απόκοσμο, δεν τον άφηνε και εντελώς αδιάφορο.

            Με μια έκρηξη οργής, άγνωστη σ’ αυτόν, άρχισε να κλωτσάει τα πλαστικά κουφώματα της μπαλκονόπορτας κάτω από τον μηχανισμό του πόμολου, προσπαθώντας να τον παραβιάσει. Ήταν σαν οι κλωτσιές του να έπεφταν πάνω σε ένα βουνό. Απ’ την μεριά της πόρτας δεν υπήρχε ούτε το παραμικρό τράνταγμα, ούτε η πιο ελάχιστη υποψία πλήγματος.

            «Τι θέλεις επιτέλους;» ούρλιαξε προς την πόρτα ο Μιχάλης γεμάτος απόγνωση. Ο άντρας που βρισκόταν μαζί του τον άγγιξε στον ώμο συμπονετικά.

            «Θα φέρω κάτι για να σπάσουμε το τζάμι» είπε και επέστρεψε στο καθιστικό, αφήνοντας τον Μιχάλη μόνο του να βαριανασαίνει και να προσπαθεί να καλμάρει τα νεύρα του, καθώς και την απογοήτευσή του. Ο άντρας επέστρεψε σχεδόν αμέσως κρατώντας μια καρέκλα με μεταλλικό σκελετό και γερής κατασκευής.

            «Κάνε στην άκρη» είπε ο άντρας στον Μιχάλη και σήκωσε την καρέκλα πάνω απ’ το κεφάλι του. Κρατώντας την γερά την κατέβασε με δύναμη πάνω στην τζαμαρία της πόρτας. Αλλά τίποτα δεν άγγιξε το τζάμι. Απλώς πέρασε από μέσα του, λες και ήταν ένα ολόγραμμα. Ο άντρας, με την φόρα που είχε, έχασε την ισορροπία του και ακολούθησε την πορεία της καρέκλας. Λίγο πριν βρεθεί κι αυτός πάνω στο τζάμι, ο Μιχάλης που αντιλήφθηκε τι συνέβαινε, με ένα τίναγμα του κορμιού του, τον έπιασε από την μέση και τον έριξε στο πάτωμα του μπαλκονιού.

            Ο άντρας βιάστηκε να σηκωθεί. Μια αλλοπρόσαλλη κινητικότητα είχε κυριεύσει το κορμί του. Μέσα σε ελάχιστο χώρο κινούνταν αριστερά και δεξιά, τινάζοντας τα ρούχα του με τα χέρια του, λες και εκατοντάδες έντομα περπατούσαν πάνω. «Τι στο διάβολο ήταν αυτό, γαμώτο;» μονολόγησε χωρίς να σταματήσει να κινείται ή να τινάζει τα χέρια του. «Γαμώτο» συμπλήρωσε όλο νόημα.

            Ο Μιχάλης σηκώθηκε κι αυτός και ήταν η δική του σειρά να βάλει το χέρι του στον ώμο του άντρα για να τον ηρεμίσει. Εκείνο σταμάτησε, αλλά τον κοίταζε με δυο μάτια γεμάτα τρόμο, αδυνατώντας να κατανοήσει τι είχε μόλις συμβεί.

            «Μάλλον, κάτι, θέλει την ησυχία του» είπε ο Μιχάλης με τα μάτια του καρφωμένα κάτω στο μπαλκόνι. Ο άλλος άντρας ακολούθησε το βλέμμα του για να καθηλωθεί με το στόμα ανοιχτό σ’ αυτό που έβλεπε ο Μιχάλης. Στο πάτωμα του μπαλκονιού υπήρχε η μισή από την αρχική καρέκλα. Όση πέρασε μέσα από το τζάμι έμεινε μέσα στο δωμάτιο, ή η επαφή της με το τζάμι απλά την εξάχνωσε. «Και καλά θα κάνουμε να κρατήσουμε κάποια απόσταση από το τζάμι»

            Εκείνη την στιγμή βγήκε στο μπαλκόνι ο κυνηγός συμμαχητής τους. Στα χέρια του κρατούσε έναν μεγάλο στρόγγυλο προβολέα. Βρήκε τους άλλους δυο να στέκονται απεγνωσμένοι με τα χέρια στη μέση και να κοιτάζουν τα απομεινάρια της καρέκλας.

            «Τι έγινε όσο έλειπα;» ρώτησε. Οι άλλοι δυο το μόνο που έκαναν ήταν να κουνήσουν τα κεφάλια τους σα να του έλεγαν: Μη ρωτάς.

            «Προσπαθήσαμε να σπάσουμε το τζάμι» είπε ο Μιχάλης «και αυτό είναι το αποτέλεσμα»

            Ο κυνηγός  δεν ζήτησε να μάθει περισσότερες λεπτομέρειες είτε επειδή είχε καταλάβει αρκετά από μόνος του ή επειδή δεν ήθελε να ξέρει. Σήκωσε τον φορητό προβολέα για τους τον δείξει.

            «Οι μπαταρίες του δεν είναι πολύ φορτισμένες» είπε. «Δοκίμασα και τις εφεδρικές αλλά ήταν εντελώς εξαντλημένες. Παρ’ όλ’ αυτά πιστεύω ότι θα κάνει δουλειά»

            Ο Μιχάλης κοίταξε το τζάμι και μετά τον προβολέα. Μετά απ’ αυτό που είχε συμβεί δεν ήταν σίγουρος αν ήθελε να κάνει ακόμη μια απόπειρα εναντίον του ασύλου που φαίνεται να είχε δημιουργήσει το υπνοδωμάτιο γύρω του. Ο άντρας που ήταν μαζί του έδειχνε με την σιωπή του ότι συμμεριζόταν τις σκέψεις του Μιχάλη.

            «Τι λέτε; Θα τον χρησιμοποιήσουμε;». Ο κυνηγός κοιτούσε μια τον έναν και μια τον άλλον αποζητώντας μιαν απάντηση.

            «Ας είναι» είπε ο Μιχάλης «δεν έχουμε να χάσουμε τίποτα. Απλά ας μείνουμε λίγο μακριά από το τζάμι»

            Ο κυνηγός κράτησε τον προβολέα από την λαβή και πάτησε τον διακόπτη τροφοδοσίας. Αμέσως μια δυνατή δέσμη λευκού φωτός ξεχύθηκε από μέσα του. Αργά τον έστρεψε προς το τζάμι και όλοι πρόσεξαν την εστιασμένη δέσμη να φωτίζει τα μέρη του δωματίου πάνω στα οποία έπεφτε. Ευτυχώς η κουρτίνα ήταν μισοτραβηγμένη, πράγμα που τους επέτρεπε να δουν σχεδόν όλες τις γωνιές του δωματίου.

            «Δείτε» είπε ο Μιχάλης δείχνοντας προς τα κάτω. Στην μέσα μεριά του δωματίου και δίπλα από την πόρτα βρισκόταν το άλλο μισό της καρέκλας.

            «Ώστε εκεί χάθηκε» είπε ο κυνηγός ο οποίος είχε στρέψει την δέσμη σε εκείνο το σημείο. Η προσπάθεια που έκανε να φανεί ο τόνος του περιπαιχτικός είχε αποτύχει.

            Με μια γρήγορη σάρωση της δέσμης κατά μήκος του δωματίου δεν αποκαλύφθηκε καμία δραστηριότητα. Αυτό ήταν αρκετά παράλογο από μόνο του αφού το κλάμα της Αναστασίας συνεχιζόταν αμείωτο και διακοπτόταν μόνο ανά διαστήματα για να μετατραπεί σε ουρλιαχτό. Η επίπλωση του δωματίου ήταν αρκετά απλή. Ένα μέτρο πιο μακριά από την πόρτα βρισκόταν το κρεβάτι της κοπέλας με τα σκεπάσματα πεταμένα, κάπως ανάκατα, πάνω του. Απέναντι από κρεβάτι, στον αριστερό τοίχο, βρισκόταν ένα μεγάλο ξύλινο έπιπλο το οποίο χαμηλά είχε συρτάρια ενώ το πάνω μέρος του ήταν χωρισμένο σε ράφια, τα οποία ήταν γεμάτα με βιβλία. Τέλος, στον απέναντι από αυτούς τοίχο υπήρχε μια μεγάλη ξύλινη εντοιχιζόμενη ντουλάπα και δίπλα της ήταν η πόρτα του υπνοδωματίου που λίγο νωρίτερα προσπαθούσαν μάταια να ανοίξουν.

            Η δέσμη του προβολέα σάρωνε τον χώρο από τα αριστερά στα δεξιά και πάλι πίσω. Οι τρεις άντρες ακολουθούσαν προσεκτικά την δέσμη με τα μάτια τους, χωρίς να μπορούν να διακρίνουν κάτι. Η αλήθεια είναι ότι ο χώρος πίσω από το κρεβάτι αποτελούσε νεκρό τομέα για την δέσμη φωτός κι έτσι δεν ήταν βέβαιοι αν υπήρχε κάτι από εκεί πίσω. Αλλά, και πάλι, είχε σκεφτεί ο Μιχάλης, θα έπρεπε να υπάρχουν κάποιες ενδείξεις αν υπήρχε κάποια κίνηση πίσω του.

            «Είναι άδειο» είπε ο χειριστής του προβολέα.

            «Αν ακούς αυτό που ακούω κι εγώ τότε ξέρεις πολύ καλά ότι αυτό δεν ισχύει» του αντιγύρισε ο άλλος άντρας και είχε δίκιο.

            «Εκεί» είπε απότομα ο Μιχάλης. Οι άλλοι δυο γύρισαν και τον κοίταξαν και παραξενεύτηκαν όταν είδαν ότι έδειχνε κάπου ψηλά. Ο κυνηγός σήκωσε τον προβολέα προς το ταβάνι, στο σημείο όπου έδειχνε ο Μιχάλης.

            «Θεέ μου» είπαν όλοι μαζί μόλις αποκαλύφθηκε το σκηνικό.

            Κολλημένη με την πλάτη πάνω στο ταβάνι βρισκόταν η Αναστασία. Ανεξέλεγκτοι σπασμοί διαπερνούσαν όλο της το σώμα, κάνοντάς την να φαίνεται ότι ήταν σε διαρκή πόνο. Τα χέρια και τα πόδια της βρισκόταν σε έναν συνεχή αγώνα να ξεφύγουν από κάποια αόρατα δεσμά που την κρατούσαν καθηλωμένη, με αποτέλεσμα να χτυπούν και να τρίβονται βίαια στο σκληρό ταβάνι. Η φυσιογνωμία του προσώπου της είχε εντελώς αλλοιωθεί από τον πόνο, τον τρόμο, την αγωνία και την μάχη. Από την μύτη και το στόμα της έσταζε ένα σκούρο υγρό. Αίμα, σκέφτηκε ο Μιχάλης.

            Ο άντρας δίπλα στον Μιχάλη έκανε στον σταυρό του και άρχισε να σιγομουρμουρίζει μια προσευχή. Ο κυνηγός προσπαθούσε να διατηρήσει τον προβολέα μαζί με την αυτοκυριαρχία του σταθερά, αλλά το σαγόνι του είχε ήδη αρχίσει να τρέμει. Ο Μιχάλης, μυστηριωδώς, ένιωσε ένα αδιαπέραστο μίσος να τον γεμίζει. Μίσος για ‘κείνο που προκαλούσε όλο αυτό; Μίσος για τον εαυτό του που δεν μπορούσε να κάνει κάτι; Δεν ήταν σίγουρος, αλλά ήξερε ότι ξεχείλιζε από αυτό.

            Φώναξε το όνομά της, «Αναστασία», και περίμενε για μια αντίδραση. Κάτω από το φως του προβολέα και στο άκουσμα το ονόματός της σταμάτησε για πρώτη φορά μετά από πολύ ώρα να ουρλιάζει και κάτι σκίρτησε πάνω στο πρόσωπό της. Με τεράστιο κόπο προσπάθησε να στρέψει το πρόσωπο και τα μάτια της προς το μέρος τους. «Αναστασία» ξαναφώναξε ο Μιχάλης θέλοντας να της δώσει κουράγιο. Μόλις τα μάτια τους συναντήθηκαν η δύναμη που την κρατούσε στο ταβάνι, θαρρείς και ήθελε να την τιμωρήσει, εξαφανίστηκε. Και η Αναστασία έκανε μια ελεύθερη πτώση τεσσάρων μέτρων από την οροφή ως το δάπεδο, χωρίς να υπάρχει κάτι για να περιορίσει την σύγκρουση.

            «Όχι» ούρλιαξε ο Μιχάλης και όρμισε προς την γυάλινη πόρτα. Οι άλλοι δυο τον συγκράτησαν αμέσως κι εκείνος άρχισε να παλεύει για να τους ξεφύγει. «Σταμάτα» του είπαν «Δεν θα ήθελες να είσαι εκεί μέσα». Τον άφησαν μόλις ηρέμισε κάπως.

            Η Αναστασία είχε πέσει πίσω από κρεβάτι, στο σημείο όπου δεν μπορούσαν να δουν με τον προβολέα. Το μόνο που έβλεπαν ήταν τα πόδια της, αλλά εκείνα ήταν ακίνητα. Με κομμένη την ανάσα, κρατούσαν τα μάτια τους καρφωμένα στο μόνο σημείο του σώματος της που είχαν οπτική επαφή περιμένοντας να δουν κάποια κίνηση. Και τότε κάτι φάνηκε. Μια ανάδευση. Μια απειροελάχιστη κίνηση. Αρκετή, όμως, για τους δώσει ελπίδα. Όλοι το είδαν καθαρά, το πόδι της κινήθηκε.

            Κι ενώ ένα κλίμα χαράς είχε αρχίσει να δημιουργείτε μεταξύ των αντρών, πως η Αναστασία ήταν καλά και πως όλα είχαν τελειώσει, το σώμα της κοπέλας εκτοξεύθηκε από το πάτωμα και προσέκρουσε στο ταβάνι με την ίδια ταχύτητα και την ίδια σφοδρότητα με αυτή της ελεύθερης πτώσης. Οι συσπάσεις στο κορμί της άρχισαν ξανά να την βασανίζουν και μαζί μ’ αυτές άρχισαν και οι κραυγές της.

            Ο Μιχάλης έσφιξε τα δόντια του για να μην ουρλιάξει και ενώ ήταν έτοιμος να ξεσπάσει, ο κυνηγός είπε: «Ακούστε». Το άκουσαν. Ήταν μια σειρήνα.

            «Η αστυνομία» είπε ο άλλος άντρας, με μια δόση προσμονής και ανακούφισης στην φωνή του.

            «Ή το ασθενοφόρο» ισοφάρισε τις πιθανότητες ο κυνηγός.

            Αν μπορεί κάποιος απ’ τους δυο να προσφέρει οτιδήποτε, αναλογίστηκε ο Μιχάλης.

            Λίγα λεπτά αργότερα, τα οποία στους τρεις άντρες φάνηκαν ώρες ατελείωτες, τρεις αστυνομικοί εμφανίστηκαν στο μπαλκόνι. Ο μεγαλύτερος σε ηλικία έφερε τα διακριτικά του Υπαστυνόμου Α` και το πρόσωπό του ήταν αρκετά σοβαρό και αυστηρό. Οι άλλοι δυο, κατά πολύ νεότεροι έδειχναν αβέβαιοι και ίσως τρομαγμένοι. Ο Μιχάλης πρόσεξε από ένα τριάρι στους ώμους των μπουφάν των δυο νεαρών αστυνομικών. Δόκιμους; αναρωτήθηκε, Έστειλαν δόκιμους;

            «Τι έχουμε εδώ;» ρώτησε ο επικεφαλής της ομάδας αυστηρά, προσπαθώντας να προσδιορίσει από πού έρχονταν οι κραυγές.

            «Έχουμε αυτό» είπε ο κυνηγός και σημάδεψε με τον προβολέα το σώμα της Αναστασίας που σπαρταρούσε στο ταβάνι του υπνοδωματίου της.

            «Θεέ και Κύριε» αναφώνησε ο υπαστυνόμος με τη φωνή του να έχει χάσει το χρώμα και την αυστηρότητά της. Δυο κοφτές κραυγές ακούστηκαν από την μεριά των δοκίμων οι οποίοι προσπαθούσαν να το παίξουν άνετοι, σα να αντιμετωπίζει η αστυνομία τέτοιες καταστάσεις καθημερινά.

            Διστακτικά οι τρεις αστυνομικοί πλησίασαν την πόρτα με τα μάτια τους να οργώνουν τον χώρο ψάχνοντας για ίχνη ή για στοιχεία ή για οτιδήποτε άλλο που θα τους βοηθούσε να εκτιμήσουν την κατάσταση.

            «Γιατί δεν μπήκατε μέσα;» ρώτησε ο υπαστυνόμος και οι τρεις άντρες τον κοίταξαν σα να ήταν τρελός.

            «Πέραν του ευλόγου;» ρώτησε ο κυνηγός σαρκαστικά κουνώντας το κεφάλι του προς την ωρυόμενη Αναστασία.

            «Δοκιμάσαμε» βιάστηκε να μιλήσει ο Μιχάλης «με αυτά τα αποτελέσματα». Του έδειξε την μισή καρέκλα στο μπαλκόνι, ενώ ο κυνηγός έφεξε με τον προβολέα την άλλη μισή μέσα στο δωμάτιο.

            «Αυτό είναι αδύνατο» είπε ο υπαστυνόμος όταν κατάλαβε τι του δείχνανε.

            «Καλωσόρισες στο βράδυ μας» είπε και πάλι σαρκαστικά ο κυνηγός.

            «Κάντε όλοι πίσω» φώναξε αποφασιστικά ο υπαστυνόμος και έβγαλε το όπλο από την θήκη του. «Πίσω» επανέλαβε την εντολή του και όταν είδε ότι οι άλλοι είχαν απομακρυνθεί σήκωσε το πιστόλι προς την γυάλινη πόρτα. Πυροβόλησε δυο φορές.

            Τα μάτια του υπαστυνόμου είχαν γουρλώσει και με δυσκολία μπόρεσε να καταπιεί μερικές σταγόνες σάλιου. Οι δόκιμοι αναδεύτηκαν έντρομοι μέσα στα χοντρά μπουφάν τους. Οι πυροβολισμοί δεν είχαν επιφέρει τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Η τζαμαρία ορθωνόταν ακέραιη μπροστά τους. Ο κυνηγός έστρεψε τον προβολέα προς την ντουλάπα όπου και ήταν εμφανή τα δυο σημάδια που άφησαν οι σφαίρες.

            «Δεν μπορεί» είπε ο υπαστυνόμος «Αυτά δεν συμβαίνουν»

            Ο Μιχάλης έκανε δυο βήματα και βρέθηκε μπροστά στον αστυνομικό. «Είτε συμβαίνουν, είτε όχι» είπε γεμάτος νεύρα «Κάτι πρέπει να κάνουμε γι’ αυτήν την κοπέλα εκεί μέσα». Βίαια άρπαξε τον προβολέα από τον κυνηγό και έριξε το φώς στο ταβάνι. Όλοι έμειναν να κοιτούν άναυδοι.

            Η Αναστασία είχε εξαφανιστεί. Και τώρα, πλέον, όλοι αντιλήφθηκαν ότι τα ουρλιαχτά είχαν σταματήσει. Αμέσως πλησίασαν το τζάμι και άρχισαν να ερευνούν τον χώρο με την βοήθεια του προβολέα. Έξι ζευγάρια μάτια ακτινογραφούσαν τον δωμάτιο σπιθαμή προς σπιθαμή. Έλεγξαν τους τοίχους, το ταβάνι, τις γωνίες γύρω από την βιβλιοθήκη και το κρεβάτι, ξανά και ξανά, αλλά αυτήν την φορά το δωμάτιο φαινόταν πραγματικά άδειο. Ξαφνικά, μέσα σε μια σάρωση του προβολέα, κάτι φάνηκε να ορμάει ταχύτατα μέσα από το δωμάτιο και να χτυπάει με δύναμη πάνω στο τζάμι.

            Οι έξι άντρες τινάχτηκαν έντρομοι προς τα πίσω, ενώ οι εκπαιδευμένοι αστυνομικοί βρέθηκαν μέσα σε λιγότερο από δυο δευτερόλεπτα με το όπλο στα χέρια, έτοιμοι να αμυνθούν. Κοντοστάθηκαν μόνο όταν άκουσαν τον Μιχάλη να λέει: «Αναστασία;».

            Η κοπέλα που είχε πέσει πάνω στο τζάμι βρισκόταν σε εντελώς άθλια κατάσταση. Το πρόσωπό της ήταν εντελώς παραμορφωμένο με πολλά από τα κόκαλά του να είναι σπασμένα και πολλές αμυχές να το διασχίζουν, ενώ ήταν καλυμμένο, σχεδόν εξολοκλήρου, με κατακόκκινο αίμα. Τα ρούχα της ήταν κι αυτά γεμάτα αίματα, δείχνοντας πόσο είχε ταλαιπωρηθεί και το κορμί της.

            Στο πρότερα όμορφο και ευγενικό πρόσωπό της ήταν χαραγμένη μια μάσκα αγριότητας δίχως συναισθήματα και μόνο τα μάτια της κινούνταν, εξετάζοντας τους ανθρώπους που είχε μπροστά της.

            «Αναστασία» την κάλεσε ξανά ο Μιχάλης με το όνομά της κι εκείνη έστρεψε το πρόσωπό της προς το μέρος του. Μια σπίθα αναγνώρισης άστραψε μέσα στα μάτια της, αλλά πέρα απ’ αυτό καμιά άλλη εκδήλωση. Φάνηκε να δείχνει ένα είδους εμπιστοσύνης σ’ εκείνον επειδή κρατούσε συνεχώς τα μάτια της πάνω του. Το κάτω χείλος της άρχισε να τρέμει. Ο Μιχάλης της χαμογέλασε όσο πιο γλυκά μπορούσε και της ένευσε καταφατικά, προσπαθώντας να την καθησυχάσει αλλά και για να της δώσει κουράγιο να μιλήσει. Με μισάνοιχτα χείλη κατάφερε να πει κάτι. Κανένας δεν την άκουσε. Μετά από λίγο μίλησε ξανά. Τα χείλη της πλέον κινούνταν διαρκώς και ο Μιχάλης κατάλαβε ότι επαναλάμβανε διαρκώς την ίδια φράση, αλλά δεν μπορούσε να διαβάσει τα χείλη της. Αργά έστρεψε το βλέμμα της προς τον επικεφαλής των αστυνομικών και συνέχισε να επαναλαμβάνει τη φράση, τώρα σ’ εκείνον.

            Όχι, σκέφτηκε ο Μιχάλης όταν κατάλαβε τι έλεγε η Αναστασία. Σκοτώστε με.

            Τότε, εντελώς ξαφνικά, η ζωή που υπήρχε μέσα στα μάτια της χάθηκε κι αυτή και μετατράπηκε σε ένα οργισμένο ζωώδες βλέμμα, σε απόλυτη ταύτιση με τα υπόλοιπα χαρακτηριστικά του προσώπου της. Σήκωσε τα χέρια της και άρχισε να χτυπάει μανιασμένα το τζάμι με τις παλάμες της. Το κεφάλι έγειρε ελαφρά προς τα πίσω και μετά το τίναξε προς το μέρος τους ανοίγοντας διάπλατα το στόμα της και βγάζοντας μια κραυγή που κανένας τους δεν είχε ξανακούσει. Μια κραυγή που δεν ήταν ανθρώπινη, αλλά έμοιαζε περισσότερο με κρώξιμο όρνεου. Με το άνοιγμα του στόματός της αποκάλυψε τα πολυπληθή μυτερά δόντια που υπήρχαν σε κάθε σιαγόνα της.

            «Γαμήσου» ακούστηκε η φωνή ενός από τους δοκίμους ο οποίος σήκωσε το πιστόλι του και σημάδεψε το πρόσωπο της Αναστασίας.

            «Όχι» ούρλιαξε ο Μιχάλης και άπλωσε τα χέρια του για να τον σταματήσει. Αλλά ήταν πλέον αργά. Ο τρομαγμένος νεαρός αστυνομικός είχε ήδη αρχίσει να πιέζει την σκανδάλη του όπλου και σταμάτησε μόνο όταν σίγουρος ότι δεν υπήρχαν άλλες σφαίρες μέσα. Η ριπή των πυροβολισμών αντιλάλησε μέσα στην νύχτα κάνοντας τα αφτιά τους να βουίζουν.

            Η πρώτη σφαίρα, χωρίς να συναντήσει άλλο εμπόδιο, βρήκε στην Αναστασία στο μέτωπο και την πέταξε μερικά μέτρα πίσω ξαπλώνοντάς την πάνω στο κρεβάτι της. Η δεύτερη σφαίρα άνοιξε μια τρύπα στην τζαμαρία της πόρτας και κατέληξε στην ντουλάπα. Οι υπόλοιπες σφαίρες ακολούθησαν την ίδια διαδρομή και κάθε μια προσέθετε ακόμη μια τρύπα στην τζαμαρία, ώσπου η τελευταία σφαίρα την θρυμμάτισε εντελώς.

            Ο δόκιμος αστυνομικός βαριανασαίνοντας αργά κατέβασε το όπλο του. Ένας λυγμός σκαρφάλωσε στο στέρνο του κι ύστερα ένας δεύτερος, ακόμη πιο βαθύς. Κανείς, όμως, δεν του είπε τίποτα. Και, μάλλον, κανείς δεν του επέδιδε κάποια ευθύνη γι’ αυτό που έκανε. Ίσως όλοι αισθανόταν μια βαθιά ανακούφιση επειδή όλα είχαν πλέον τελειώσει.

            Ένας ένας μπήκαν μέσα στο δωμάτιο από την σπασμένη πόρτα και κύκλωσαν το πτώμα της Αναστασίας και έμειναν εκεί για αρκετή ώρα σιωπηλοί, έχοντας χαμηλωμένα τα κεφάλια.

 

            Η Αναστασία άνοιξε αργά τα μάτια της. Ένιωθε το κορμί της σφιγμένο και μουδιασμένο. Μπροστά της, στην οθόνη του υπολογιστή, ο περιηγητής ιστοσελίδων περίμενε ακόμη να του δώσει κάποια διεύθυνση.

            Καθόταν ακόμα οκλαδόν πάνω στην καρέκλα και στα χέρια της κρατούσε την κούπα με το τσάι, η οποία ήταν ακόμα ζεστή. Η κούπα είχε γύρει μέσα στα χέρια της και μια ποσότητα τσαγιού είχε πέσει και είχε μουσκέψει τον καβάλο της. Χαμογέλασε με τον τρόπο που το υποσυνείδητό της μετέφρασε εκείνη την ζημιά στο όνειρό της.

            Θυμόταν τα πάντα. Γι’ αυτό και δεν θεωρούσε παράλογο το γεγονός ότι ένιωθε αρκετά φοβισμένη και αγριεμένη.

            Κοίταξε το ρολόι στην κάτω δεξιά γωνία της οθόνης. Τα ψηφία άλλαξαν από 00:52 σε 00:53. Ένα ρίγος διαπέρασε το σώμα της και ένα πέπλο τρόμου την κάλυψε. Τότε, για δεύτερη φορά σε εκείνο το βράδυ, και πολύ περισσότερο απειλητικό, ακούστηκε το κουδούνισμα του θυροτηλεφώνου.

 

 

 

ΤΕΛΟΣ

 

Ορεστιάδα, 2 Νοεμβρίου 2009

 

Άγγελος

Last 5 posts by Άγγελος

{ 5 comments… read them below or add one }

Theodora November 9, 2009 at 3:55 am

xa xa αν σου πω πως τράβηξα τις κουρτίνες θα με πιστέψεις; είναι 11 το πρωί.Το κείμενό σου είναι απλό ,λιτό και μεταδίδει την ένταση που λογικά θα πρέπει να έχει ένα κείμενο τρόμου.!!!!!

Reply

Άγγελος Mesmer November 9, 2009 at 8:37 am

Πάντα είναι κάτι κρυμμένο πίσω απ’ τις κουρτίνες, Θεοδώρα :)

Ευχαριστώ πολύ που διάβασες την ιστορία μου και που άφησες το σχόλιό σου. Χάρηκα που σου άρεσε και που σου προκάλεσε αυτό για το οποίο γράφτηκε. Είναι τροφή για μένα για να συνεχίσω.

Να έχεις μια όμορφη ημέρα

Reply

Theodora Theodora November 24, 2009 at 2:14 am

τα μηνύματα τα έσβησα για να μη φορτώνουμε τις σελίδες.Στο φορουμ μπορείς να μιλάς με όποιον και όσο θες.
 
 

Reply

Theodora theodora December 10, 2009 at 5:29 am

τελικά το κείμενο σου ,διαβάζοντας το κάποιος πλάθει πολύ εύκολα εικόνες στο μυαλό του .Είναι ένα πολύ ζωντανό γραπτό.Είσαι πολύ καλός στις περιγραφεςΑυτό είναι ένα σημαντικό προσόν αν αποφασίσεις να γράψεις ένα σενάριο τρόμου.Γιατί δεν το προσπαθείς; Θα ήσουν η χαρά του σκηνοθέτη.Μια σειρά από τέτοιου είδους επεισόδια νομίζω πως θα είχαν ενδιαφέρον.Άλλωστε δεν βλέπουμε και κάτι καλύτερο στην τηλεόραση.
 
 
φιλικά θοδώρα

Reply

Άγγελος Άγγελος December 10, 2009 at 7:11 am

Ευχαριστώ για τα καλά σου λόγια, Θεοδώρα. Πάντως, δεν νομίζω ότι θα μπορούσα να γράψω σενάρια, ούτε και να φτιάξω μια σειρά επεισοδίων, απλά επειδή μεράκι μου είναι το γράψιμο, και το κάνω όταν μου έρθει μια καλή ιδέα.

Άγγελος

Reply

Leave a Comment

Previous post: Πληγές

Next post: Καθρέφτη, καθρεφτάκι μου…