Το κλειδί είναι οι λέξεις

by anna on October 7, 2009

Αργά, σχεδόν κοιμισμένα, ανέβηκε τις σκάλες. Αργά, όπως πάντα, άνοιξε την πόρτα.

Την έκλεισε με τα δόντια φυτεμένα στα μάγουλα της. Δυνατή, όσο δεν είχε ξανά υπάρξει , παραμόρφωσε το χερούλι και μετά το κεφάλι της, που το κρατούσε γερά, λες κι αν το άφηνε θα μπορούσε να εκσφενδονιστεί.

Μ’ έβγαλε από τη τσέπη της, μ’ έφερε μπροστά στη μύτη της κι αναγκάστηκα να την κοιτάξω στα μάτια. Οινόπνευμα  ανάβλυζαν. Οινόπνευμα, που σε επαφή με την ανάσα της έκαιγε ό,τι περνούσε απ’ αυτό το βλέμμα.

Έλεγα ότι θα με πετάξει, όμως με ξανάχωσε κι άρχισε να τραβάει κυκλικές, τυχαίες πορείες ανάμεσα στις στάχτες. Γρήγορα, πιο γρήγορα. φυλακισμένο αιλουροειδές, νηστικό. Μονολογούσε. Ήμουν εκεί συνέχεια, στην αγκυλωμένη χούφτα. Πίσω από τα κάγκελα δάχτυλά της τα άκουσα όλα.

Δείλιασες, είπε. Δείλιασες, να ενσωματωθείς στον κόσμο της. Κι όμως εκείνη γι’ αυτό σε ξεχώρισε, γιατί πίστευε πως έχεις τη δύναμη. Την κορόιδεψες, δεν είχες ούτε καν την υπομονή. Δεν είσαι αυτό που νόμιζε. Δεν θα γίνεις αυτό που μπορείς. Ονειρεύτηκε λάθος. Νόμιζε πως εκείνη θα βλέπει πρώτη τα έργα σου. Τα έργα. Πάντα. Εσύ φταις. Της είπες ψέματα. Γιατί τόση αχαριστία; Τι ζήτησες και δεν το είχες; Που θες να πας;

Έχει ξεχάσει την απουσία σου, κάθεσαι σε όλες τις καρέκλες, σε κοιτάζει και θυμώνει περισσότερο που δεν της απαντάς. Με το ένα χέρι σφίγγει εμένα, με το άλλο τον καρπό σου. Ακόμα ρωτάει…σπαράζει.

Εκείνη δεν ήθελε να φύγει; Επικίνδυνο. ακατόρθωτο. φόβος.

Δεν μπορείς να χρησιμοποιείς το φόβο. Λες ψέματα.

Πως τολμάς να την κατηγορείς; Που δεν τόλμησε.

Δε θα πας πουθενά. Πουθενά δεν θα φτάσεις. Θα γυρίσεις πριν φύγεις…όπως εκείνη. 

Αναρριχόμενα θυμός την πνίγει, βήχει, βογκάει, δεν κλαίει, κοιμάται.

Χαλαρώνει η χούφτα.  Αναπνέω. Όχι για πολύ.

Ήρθαμε στο σπίτι σου, το επόμενο πρωί, κιόλας. Νωρίς. Να μην σε βρούμε εκεί, να εξασφαλίσει την κυριαρχία στα συρτάρια σου. Δεν ήθελα να την βοηθήσω ν’ ανοίξει. Θυμάμαι, θυμάται όταν της  παραχώρησες το δικαίωμα να με χρησιμοποιεί. Της ζήτησες να μην το κάνει εν αγνοία σου. Το σκέφτηκε πριν πάρει την απόφαση να μπει.

-Ποιος, νομίζεις, ότι θα μπορούσε να τα ανεχτεί αυτά; Μόνο εκείνη σεβάστηκε αυτή την επιθυμία σου, την παραξενιά σου. Τώρα όμως, δεν υπήρχε κανένας λόγος να το κάνει. Άλλωστε δεν εκτίμησες αυτή της την ανοχή.

Μ’ έσπρωξε στη τρύπα. Γάντζωσα. Τα δόντια μου στα τοιχώματα. Τράνταζε. Πίεζε. Πεισματικά. Κανένα υλικό δεν αντέχει τα πάντα. Πόνεσα. Μπήκε.

Διείσδυσε στα χειρόγραφά σου, έσκισε τις ζωγραφιές σου (δεν θα το καταλάβεις γιατί τις ξανακόλλησε, όμως αν κοιτάξεις προσεκτικά θα διακρίνεις τις ενώσεις). Ειδικά εκείνη, την τελευταία, που απαιτούσες να διαβάσει, την έκανε σκόνη=> λάσπη – στα ιδρωμένα χέρια της- από χαρτί και μπογιά.

Μια βδομάδα ζωγράφιζες, κρατώντας την εισπνοή της πρώτης μέρας, εκπνέοντας στην τελευταία πινελιά.

Επτά μέρες εγκλωβισμού.

Ερχόσουν μόνο για να την κοιτάξεις, χωρίς κουβέντες, με καμία έκφραση στο πρόσωπο. Ένα σώμα. μόνο του. παρατηρούσε. αποσυρόταν.

Την έβδομη μέρα έφτασες κρατώντας το έργο σου, υγρό ακόμα. Το είδα. Ένα κουβάρι χρωμάτων, όλα νοθευμένα από το μαύρο.

«Αυτά έχω να σου πω» είπες και κράτησες το χαρτί μπροστά στα μάτια σου, απέναντί της.

«Δεν καταλαβαίνω» απάντησε, αλλά αυτή η συμπαγής σιωπή, που έπεσε ανάμεσά σας, δεν σε άφησε να το ακούσεις.

Ούτε εγώ καταλάβαινα –αυτό είναι αλήθεια- όμως την σκοτεινιά την ένοιωσα και πιστεύω πως αυτή είναι που σε ανάγκασε να μιλήσεις αργότερα.

Τότε που συναντηθήκατε με πήρε μαζί της (νομίζω πως -μετά από ‘σένα- είμαι το δεύτερο πολύτιμο αντικείμενό της).

Ήμουν στη τσέπη της όταν έλεγες πως πρέπει να φύγεις. Θέλεις να ταξιδέψεις. Όχι , αυτό δεν γίνεται να το κάνετε μαζί. Απαιτεί όλη σου τη προσοχή. Όχι, δεν γίνεται να φροντίζει το σπίτι σου όσο λείπεις. Απαιτείται αυτονομία για να φτάσεις μακριά. Ναι, θα πάς όσο πιο μακριά γίνεται. Όχι, δεν κάνεις λάθος. Το θέλεις πολύ. Πάντα το ήθελες. Νόμιζες πως το έχει καταλάβει από τις ζωγραφιές σου με τους απειρορέοντες δρόμους, τις φωτογραφίες με τα ορθάνοιχτα φτερά πουλιών, που έχεις γεμίσει τους τοίχους, από τα τετράδιά σου.

Άκουγα τη φωνή της, μόλις. Ίσως όχι τη φωνή, την ηχώ. Ερχόμενη από φαράγγι, που είχε πάντα κρυμμένο στο σώμα της ή αμέσως τώρα άνοιξε. Δεν έπαψε να σου μιλάει απαλά.. Μόνο το χέρι της- στη τσέπη- αποκτούσε σταδιακά μια άλλη, πιο δυνατή δύναμη από τη δική της. Φοβήθηκα ότι θα με λυγίσει. Στην αρχή με γύριζε στα δάχτυλά της, μετά έσπρωχνε τη μέση μου με τον αντίχειρα, με όλη αυτή τη δύναμη κι όμως μιλούσε  ήρεμα, όπως συνήθιζε.

Σίγουρα τα έχεις σκεφτεί όλα; Πώς θα αντέξεις τη μοναξιά; Δεν ξέρεις τι σε περιμένει. Θα κινδυνέψεις. Σου φαίνεται εύκολο αλλά δεν είναι. Πως θα ταξιδέψεις; Με τα πόδια;;

Μήπως θες να πάτε σπίτι, να ξαπλώσεις; Θα σου φτιάξει ένα ζεστό.

Δεν ήθελες να ξαπλώσεις. Πρώτη φορά σε άκουσα να μιλάς τόσο πολύ. Υποστήριζες πως συμφιλιώνεσαι καιρό τώρα με τη μοναξιά. Ήδη η μόνη σου κοινωνική επαφή είναι οι δικές της επισκέψεις. Έχεις προετοιμαστεί για τους κινδύνους, ανυπομονείς να τους συναντήσεις. Δεν είναι εύκολο. δεν φοβάσαι . Δεν φοβάσαι αυτό που φοβήθηκε εκείνη.

Γέρνεις μπροστά. Κοντά της. Σαν να της δίνεις μυστικό που το φέρνεις από μέσα. Από παραμέσα σου. «

Ο φόβος ορίζει μόνο μία ποινή: «εις θάνατον». Δεν πρόκειται ν’ αφήσεις καμία σου επιθυμία να απολογηθεί. Ειδικά σ’ έναν άδικο δικαστή. Θα τον χρησιμοποιήσεις. Αν πρέπει κάτι να φοβηθείς, αυτό θα το επιλέγεις εσύ.

Διαλέγεις να φοβάσαι: τη μορφή σου στο ίδιο φόντο.

Διαλέγεις να κοιτάς πίσω και να βλέπεις το «παλιά». Γιατί φοβάσαι να γυρίσεις και να δεις πάλι το «τώρα».

Διαλέγεις να κλέβεις σκηνές από ένα «μετά» ανέφικτο. Γιατί φοβάσαι να μην έχεις κάτι να κλέψεις.

Έχει βγάλει το χέρι απ’ τη τσέπη, μαζί κι εμένα. Με σέρνει πάνω στο τραπέζι. Με την άκρη μου, χαράζει το ξύλο. Μια γρατσουνιά. Στο ίδιο σημείο. Ένα αυλάκι. Πιο βαθιά. Μια ουλή.

Ορθώνεσαι στη πλάτη της καρέκλας. Σαν να μην σε ενδιαφέρει να κρατήσεις το μυστικό άλλο. Παραλίγο φωνάζεις:

«Φοβάμαι να κοιμηθώ κι αύριο στο κρεβάτι μου.

Φοβάμαι να μην περπατάω στο σκοτάδι.

Θέλω να πάω. Όσο αντέξω. Όπου φτάσω.

Θέλω να περπατήσω μπροστά γιατί φοβάμαι να μένω  πίσω.

Θέλω να καταφέρω αυτό που δεν τόλμησες.»

Δεν ακουμπάς στη καρέκλα, πια. Αλύγιστο, σώμα- λάβαρο.

Δεν ακουμπάει στη καρέκλα, πια. Αλύγιστο. Σώμα-πάγος.       

Ζήτησε να φύγετε. Εκείνη το ζήτησε.

Φιληθήκατε, φύγαμε.

Επέστρεψε περπατώντας, χωρίς καμία βιασύνη, νομίζω χωρίς καμία σκέψη. Σταματούσε στις βιτρίνες και διακριτικά κοιτούσε πίσω της. Μήπως την ακολουθείς;  Μάλλον γι’ αυτό.

Έξω από το σπίτι χαιρέτησε ένα γείτονα, που σκάλιζε τον κήπο του. Του έδωσε συμβουλές για τα φυτά εξωτερικού χώρου και αργά, σχεδόν κοιμισμένα ανέβηκε τη σκάλα. Αργά, όπως πάντα άνοιξε τη πόρτα.

Την έκλεισε με τα δόντια φυτεμένα στα μάγουλα της.

Last 5 posts by anna

{ 3 comments… read them below or add one }

Theodora October 11, 2009 at 1:05 pm

Πως καταφέρνεις  ,χωρίς να είσαι τόσο επεξηγηματικη ,να μας μεταδίδεις τα μυνήματά σου με τόσο έντονο τρόπο;Όλα σου τα κείμενα, μάς γεννούν έντονα συναισθήματα.Σε αυτό το κείμενο πρόδωσες τους τρόπους έκφρασης μιας γυναίκας που ασχολείτε με μια άλλη τέχνη.Για μια ακόμη φορά ξεγύμνωσες ψυχές!!!!!!!!!

Reply

AnthiPsomiadou AnthiPsomiadou October 12, 2009 at 8:38 pm

Ωραίο κείμενο! Κρατά την ψυχή ταυτισμένη συναισθηματικά με τα πρόσωπα και τον νου σε εγρήγορση να παρακολουθεί το παιχνίδι των λέξεων!

Reply

AnthiPsomiadou AnthiPsomiadou October 12, 2009 at 8:39 pm

Leave a Comment

Previous post: Εργοστάσιο κεραμικών

Next post: Πυρ, πολυπράγμων γυνή και θάλασσα…